Γλώσσες

1950-1955

Η παρουσία του Κοντού στη Σχολή Καλών Τεχνών είναι μια αποκάλυψη. Τελειώνοντας με επιτυχία το προκαταρκτικό τμήμα της Σχολής, τον Ιούνιο του 1951, δίνει εισαγωγικές εξετάσεις και περνάει  στα εργαστήρια ζωγραφικής, ενώ συγχρόνως τιμάται με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.), την οποία και θα διατηρήσει μέχρι το τέλος των σπουδών του.

«Την ευαισθησία του Μίμη δεν την είχε κανένας από εμάς», ομολογεί ο Τσόκλης. «Είχε ταλέντο και πολλές ευκολίες, αλλά του έλειπε το πάθος, η πειθαρχία, η προσπάθεια. Έδειχνε οκνηρός και αδιάφορος, ήταν όμως ο καλύτερος από όλους της γενιάς μας στη Σχολή».

Κοντός και Τσόκλης βρίσκονται και πάλι μαζί. Η συνάντησή τους στη Σχολή Καλών Τεχνών αναζωπύρωσε τη φιλία τους σε ένα άλλο επίπεδο. Οι ήρεμοι  βιολογικοί ρυθμοί της φιλοσοφίας του  Κοντού καθώς και οι εξαιρετικές αρετές με τις οποίες τον είχε προικίσει η φύση δίνανε στον Μίμη μια απίστευτη άνεση.Για τον Μίμη Κοντό, όλα ήταν πάντα εύκολα, χωρίς προσπάθεια. Η τέχνη γι’ αυτόν δεν αποτελούσε ξεχωριστό φαινόμενο, αλλά ποιοτικό συστατικό της ίδιας της φιλοσοφικής αντίληψης του ευ ζην. Η ευρηματικότητα, η ποιητική ευαισθησία και η εκλεπτυσμένη αισθητική που χαρακτήριζαν τη δουλειά του δεν αποτελούσαν κατακτήσεις εικαστικές, αλλά ιδιότητες ιδιοσυγκρασιακές, λειτουργίες σχεδόν φυσιολογικές της ύπαρξής του. «Ενδόμυχα πρέπει να είχα πάντα μια απροσδιόριστη ζήλια για το Μίμη. Πολλές φορές προσπαθούσα να τον βοηθήσω και τον χαντάκωνα ή άλλοτε πάλι, όταν μεσολαβούσα για κάποια ερωτοδουλειά, στο τέλος ενεργούσα για τον εαυτό μου. Και όμως το Μίμη τον αγαπούσα ειλικρινά, τον θεωρούσα κομμάτι της ζωής μου, το alter egoμου. Ήταν άραγε αυτή η ψυχική ταύτιση που με έκανε να συμπεριφέρομαι μερικές φορές απέναντί του τόσο σκληρά ή μήπως ήταν η οργή που είχα μέσα μου για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των παιδικών μου χρόνων; Από παιδιά είμαστε φίλοι, αλλά στο κοινωνικό επίπεδο μας χώριζαν πολλά. Η ζωή του Μίμη ήταν εύκολη, δε χρειάστηκε να αγωνιστεί ποτέ για να κερδίσει τη ζωή του. Ήταν μορφωμένος, είχε μάθει από μικρός γαλλικά, ήταν ένα παιδί που δεν του έλειπε τίποτα. Δεν μπορεί να μην είχε αντίκτυπο μέσα μου όλη αυτή η κατάσταση. Εγώ ξεκινούσα με μηδενικά εφόδια, χωρίς προοπτικές και χωρίς υποστήριξη, αλλά με μια ανεξάντλητη εσωτερική δύναμη να ξεφύγω από τη μιζέρια, να εκφραστώ, να μορφωθώ, να καλύψω τις πληγές και τα κενά της παιδικής μου ηλικίας. Όσο κι αν εξωτερικά έδειχνα στους άλλους δυνατός, μέσα μου είχα κι εγώ τις δικές μου προσωπικές ανασφάλειες, τις οποίες προσπαθούσα με χίλια κόλπα να αποκρύψω. Όπως για παράδειγμα το «επαναστατικό» σύστημα που είχα εφεύρει στα πρώτα χρόνια της Σχολής, για να αποκρύψω την αμάθεια και την ανορθογραφία ενός φοιτητή Ανώτατης Σχολής, ο οποίος είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό. Είχα καθιερώσει, λοιπόν, ως επιλογή μου ένα σύστημα φωνητικής ορθογραφίας, καταργώντας τους γραμματικούς κανόνες. Σήμερα ίσως μοιάζει αρκετά μοντέρνο αυτό το «μοντέλο», εκείνη την εποχή, όμως, έκρυβε απλώς την αμάθεια και την ανασφάλειά μου. Χρειάστηκε πολύς κόπος και μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσω να καλύψω μόνος μου σιγά-σιγά τα κενά της παιδείας μου. Θυμάμαι ότι ο Μίμης, ο οποίος ήξερε το μυστικό, όταν ανακάλυψε κάποια στιγμή ότι τα είχα καταφέρει να γράφω σωστά, με αγκάλιασε με τρυφερότητα, σα να ήταν δική του επιτυχία και μου είπε: «Μπράβο, Κώστα, με την ευκολία που έχεις σίγουρα θα μάθεις γρήγορα και τα γαλλικά». Γιατί φυσικά στόχος και των δυο μας ήταν, τελειώνοντας τη Σχολή να φύγουμε στο Παρίσι».

Από εκείνη την εποχή ίσως να χρονολογείται και το περίφημο σχολικό τετράδιο με καταγραμμένο στις σελίδες του ολόκληρο το κείμενο «Περί Ζωγραφικής» του Διονυσίου του εκ Φουρνά, το οποίο είχαν αντιγράψει από κοινού οι δύο φίλοι. Μισές σελίδες με τον όρθιο γραφικό χαρακτήρα του Τσόκλη και οι άλλες μισές με τα στρωτά και ευανάγνωστα γράμματα του Μίμη Κοντού.

Ας μη φανεί, λοιπόν, υπερβολική η συχνή αναφορά στον Κώστα Τσόκλη, καθώς οι μαρτυρίες του αφορούν σε μια εποχή που όλα μεταξύ των δύο φίλων ήταν απολύτως ταυτόσημα και κοινά. Λίγο αργότερα προστέθηκε στην παρέα και ο Βασίλης Γκρόζας και έτσι οι στενοί φίλοι της Σχολής Καλών Τεχνών γίνανε τρεις: Μια ταλαντούχα νεανική τριανδρία, ανάμεσα σε μια χαρισματική ομάδα φοιτητών, οι οποίοι έμελλε να αποτελέσουν αργότερα την περίφημη γενιά του ’60. Ανάμεσά τους ο Μίμης Κοντός ήταν ένας καλλιτέχνης δημιουργικός, με σπάνιες ευαισθησίες και πολλά ενδιαφέροντα, αλλά και με ένα πνεύμα διασπαστικό, που τον εμπόδιζε να πειθαρχήσει και να αφοσιωθεί αποκλειστικά σε κάποιο τομέα. Η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και της εσωτερικής του ελευθερίας αποτελούσαν για τον Κοντό αξίες αδιαπραγμάτευτες. Άνθρωπος της ουσίας, με μια δική του φιλοσοφική αντίληψη για τον Κόσμο, διόλου διεκδικητικός ή ανταγωνιστικός, όταν έχανε το «παιχνίδι» ήξερε να υποχωρεί, αγνοώντας τις όποιες συνέπειες. Η ανεξήγητη αυτή συμπεριφορά συχνά ερμηνεύτηκε ως αδιαφορία, στην πραγματικότητα όμως ήταν έκφραση ενός δικού του τρόπου ζωής και μιας δικής του εσωτερικής αλήθειας. Ο Κώστας Τσόκλης διηγείται ότι κάποτε ο Κοντός εγκατέλειψε για λίγο την αίθουσα των εξετάσεων και… εξαφανίστηκε. Όταν αργότερα ο ίδιος τον αναζήτησε, τον βρήκε στο σπίτι του να κοιμάται και έπρεπε, όπως λέει, να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να τον πείσει να επιστρέψει και να ολοκληρώσει το σχέδιό του για να μην αποκλειστεί.

Τη χαρισματική ευκολία αλλά και τη ραθυμία του χαρακτήρα του, παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος ο Κοντός, όπως ομολογεί σε κάποιες σημειώσεις του.

«Θυμάμαι ήμουνα τριτοετής και δίναμε γυμνό. Ιούνιος και δουλεύαμε μαζί με τον Κώστα (Τσόκλης) και τον Βασίλη (Γκρόζας) τα απογεύματα από τις δύο μέχρι τις έξι. Αυτοί τότε δίνανε για δίπλωμα, εγώ λάβαινα μέρος για να τους κάνω παρέα. Λοιπόν επήγαινα και τους κοροΐδευα που σκιζόντουσαν. Εγώ έβαζα ένα παραβάν και μια πόρτα κάτω και κοιμόμουνα, την τελευταία πόζα έπιανα μόνο κάτι να κάνω. Λοιπόν στο τέλος βγήκε ένα γυμνό που τόβλεπα και μου ερχόταν να δώσω κουτουλιές. Τα παραδώσαμε και περιμέναμε τα αποτελέσματα. Όταν βγήκε η επιτροπή από την αίθουσα που έκανε τις κρίσεις, μου λέει ο Παπάς δυνατά: «Εγώ το πρότεινα για έπαινο και θα τον έπαιρνες, αν η επιτροπή δεν φοβόταν μη γίνει σκάνδαλο που είσαι ακόμη τριτοετής». Μου ήρθε να γελάσω, αλλά κρατήθηκα και του λέω, «δάσκαλε δεν ήταν σχέδιο αυτό», αλλά ο Παπάς επέμενε «ας λες εσύ ό,τι θέλεις, το σχέδιό σου ήταν απλούστατο και θαρραλέο». Που να ήξερε τώρα αυτός ότι από τις ογδόντα ώρες που θα έπρεπε κανονικά να είχα δουλέψει, ήταν ζήτημα αν εγώ είχα δουλέψει τις οκτώ. Και βέβαια το σχέδιό μου ήταν πραγματικά κάκιστο, ας έλεγε ό,τι έλεγε ο Παπάς. Και ο Μόραλης μου κόλλαγε για αυτό το θέμα «αφού έχεις τόσες δυνατότητες», μου έλεγε, «προσπάθησε να δουλεύεις λίγο περισσότερο». Τι να κάνω, όμως, έτσι είμαι εγώ, όταν με πιάνει η τεμπελιά, ούτε με γερανό δε με σηκώνεις».

Παρόλα αυτά ο Μίμης αποφοίτησε από τη Σχολή κανονικά και μάλιστα μετά πολλών επαίνων. Όπως διαβάζουμε σε ένα σύντομο βιογραφικό του σημείωμα, ο Δημήτρης Κοντός, ύστερα από τετραετή φοίτηση στο εργαστήριο Ζωγραφικής του Καθηγητού Ι. Μόραλη, το έτος 1955 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με τους κάτωθι τιμητικούς επαίνους:

1. Έπαινος γυμνού νυκτός (1952)

2. Έπαινος ημίγυμνου (1954)

3. Έπαινος συνθέσεως (1955)

4. Έπαινος γυμνού νυκτός (1955)

5. Έπαινος ημίγυμνου (1955)

Διακρίσεις και έπαινοι για έναν καλλιτέχνη με πολύ πρωτότυπη σκέψη, από τους «πλέον αυθεντικούς και ευαίσθητους της γενιάς του», όπως είχε υποστηρίξει κάποτε για τον Κοντό, ο δάσκαλός του, Γιάννης Μόραλης, σε μια από τις σπάνιες φορές που είχε εκφραστεί δημόσια. Και πράγματι από τα χρόνια ήδη της Σχολής είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι σχεδιαστικές αρετές και οι προωθημένες μορφολογικές ανησυχίες του Μίμη. Από τις πρώτες ακόμη μελέτες των σπουδαστικών του έργων είναι φανερή μια τάση απλοποίησης των μορφών και η αίσθηση μιας αφαιρετικής και καθαρής εκφραστικής διατύπωσης, που θα τον οδηγήσουν σταδιακά ως τη δημιουργία μιας σειράς αφηρημένων συνθέσεων παχύρρευστης υφής και άκρας χρωματικής λιτότητας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έργα της πρώτης εκφραστικής περιόδου του Κοντού, τα οποία καλύπτουν χρονικά όλη τη διάρκεια της φοιτητικής του δραστηριότητας1. Το στοιχείο, όμως, εκείνο που στην ουσία κάνει τη ζωγραφική του Κοντού  να ξεχωρίζει είναι κυρίως η ιδιαιτερότητα της χειρονομίας του.

«Το σχέδιο του Κοντού, από τα σπουδαστικά μας ακόμη χρόνια, είχε τη δική του ταυτότητα», παραδέχεται ο Τσόκλης. «Η ευθεία γραμμή στο σχέδιό του δεν ήταν ποτέ αποφασιστικά ευθεία, ήταν πάντα μια ευαίσθητη και ρυθμική χειρονομιακή κίνηση, σα να έβγαινε από ένα χέρι που έτρεμε». Μια κίνηση που θα εξελιχθεί αργότερα στη γνωστή ελικοειδή γραφή της δικής του προσωπικής γλώσσας.


1 Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα σχέδια ανδρικού γυμνού, γυναικείου γυμνού, κεφάλια ύπαιθρα, ζώα και πουλιά και σχέδια ντυμένης μορφής, καθώς επίσης διάφορες ελαιογραφίες με συνθέσεις νεκρών φύσεων, υπαίθρων και πορτραίτων.

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com