Γλώσσες

1955-1958

Μία από τις μεγάλες αγάπες του Μίμη Κοντού, εκτός από τη ζωγραφική, ήταν και η μουσική. Ο ίδιος, μάλιστα, έπαιζε από μικρός φυσαρμόνικα και τραγουδούσε πολύ ωραία, συμμετέχοντας κατά καιρούς σε διάφορες χορωδίες.Γύρω στο 1952-1953 , σε κάποια από αυτές τις χορωδίες ,γνώρζει την Ελένη Καπλανίδου, μία δυναμική κοπέλα, δεκαέξι-δεκαεφτά χρονών, η οποία έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή του.Το 1956, αφού αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνώ, κατατάσεται στο στρατό και υπηρετεί ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Σχολή μηχανικού στο Λουτράκι.Αργότερα μετατίθεται στο 710 τάγμα ως προιστάμενος του Γραφείου Σπουδών στις Σέρρες.

«Ήταν ένα πολύ συμπαθητικό παιδί και πραγματικά πανέμορφος εκείνη την εποχή», ομολογεί η Ελένη, η οποία στο μεταξύ είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της και εργαζόταν ως εκπαιδευτικός στη Σχολή Μωραΐτη. Η έλλειψη επαφής και ζωντανής επικοινωνίας ισχυροποιεί τους δεσμούς και εξιδανικεύει τα αισθήματα. Στα δύο χρόνια της στρατιωτικής του θητείας ο Μίμης θα αποστείλει συνολικά στην καλή του 96 ερωτικές επιστολές και θα γεμίσει ένα ολόκληρο τετράδιο με ερωτικά ποιήματα. Μια αλληλογραφία τρυφερή και αισθαντική, σα μια κατάθεση ψυχής, που άλλοτε ξεχείλιζε από λυρισμό και άλλοτε οδηγούσε σε καίρια ερωτήματα γύρω από τη ζωή και την τέχνη, λειτουργώντας σαν ένας εσωτερικός μονόλογος.

Ακόμη και οι πεζές αναφορές της καθημερινότητας, οι μικρές απολαύσεις της στρατιωτικής ζωής, η επαφή με τη φύση, οι έξοδοι, η σχεδόν παιδιάστικη προετοιμασία για ένα κυνήγι ή για το ψάρεμα, αποκτούν μέσα από τις περιγραφές του μια άλλη διάσταση. Εκεί, όμως, που ο Μίμης είναι πραγματικά αποκαλυπτικός, είναι όταν εκφράζει ποιητικά καταστάσεις της εσωτερικής του ενδοχώρας: τη θλίψη, τη μοναξιά, τη νοσταλγία, την τρυφερότητα, τον έρωτα.

«Αγάπη μου,
…γιατί απόψε είναι τόσο λαμπερό το φεγγάρι;»

«Καλημέρα, αγάπη μου
Μοναξιά. Η φύση είναι ωραία
το κρύο δυνατό, ο ήλιος ψηλά κάθε μέρα...»

«Μάης, αγαπημένη κόρη,
ο μήνας της γιορτής σου. Και είναι τόσο όμορφα αυτή την εποχή εδώ. Όλα έχουν ανθίσει και όλα τα σπίτια εδώ μοιάζουν με σκηνικά. Χιλιάδες τριαντάφυλλα ολόγυρά μου, χιλιάδες λουλούδια, κι εγώ τόσο απελπιστικά μόνος…»

«…σήμερα, κούκλα μου, μπήκε ο Οκτώβρης. Σε λίγο καιρό θα έχω τη γιορτή μου και θα είμαι μόνος. Ο Οκτώβριος είναι ο μήνας των χρυσανθέμων και τα λουλούδια αυτά, εμένα μ’ αρέσουν πολύ και σαν μυρουδιά και σαν χρώμα, ιδιαίτερα εκείνα που το μέσα μέρος κάθε φύλλου είναι κόκκινο βαθύ και το απ’ έξω μια χρυσή ώχρα. Αυτά τα λουλούδια είναι μέσα στην ψυχή μου. Θέλω να ζωγραφίσω τέτοια λουλούδια κάποτε…»

Εκτός, όμως, από τις λυρικές εξάρσεις της αλληλογραφίας του Μίμη Κοντού, ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, και κάποιες άλλες παρατηρήσεις του, μέσα από τις οποίες επιχειρείται μια ενδοσκοπική ανάλυση του εαυτού του, με διάθεση αυτογνωστική και αυτοκριτική. Διαβάζοντας κανείς αυτές τις σκέψεις είναι σα να εισχωρεί στις μυστικές σελίδες ενός προσωπικού ημερολογίου.

«…Δεν ξέρω πολλά πράγματα πάνω στην τέχνη, είμαι πολύ νέος ακόμα. Στην τέχνη δεν φτάνουν ούτε τρεις ζωές. Και το παν είναι να μη νομίζουμε ότι είμαστε σπουδαίοι και το παίρνουμε επάνω μας. Εγώ την έχω πάθει πολλές φορές. Φτιάχνω κάτι, το βλέπει ο κόσμος και μου λέει μπράβο. Ε, αυτό το μπράβο είναι θάνατος. Θυμάμαι τα λόγια που λέει ο Σωκράτης στον Κρίτωνα: «…και θ’ ακούσουμε τη γνώμη των πολλών που δεν ξέρουν τίποτα ή του ενός, του επαΐοντος, ο οποίος είναι ο ειδικότερος πάνω στη δουλειά; Άσχετα, βέβαια, αν καμιά φορά κι αυτοί οι επαΐοντες τα κάνουν μούσκεμα. Πήγα κάποτε, όταν ήταν εδώ ο Γαλάνης, να του δείξω σχέδια. Πήρα ένα πάκο, καμιά εκατοστή και τα πήγα. Τα είδε ο Γαλάνης και άρχιζε να φωνάζει. Α, τι ωραία, μπράβο, σχεδιάζετε θαυμάσια κι άλλες τέτοιες μεγαλοστομίες. Με γέμισε με τέτοια και σηκώθηκα κι έφυγα νευριασμένος. Πάω στο Μόραλη τα ίδια σχέδια και καθίσαμε μαζί και ο άνθρωπος μου μίλησε, όπως έπρεπε να μιλήσει ένας δάσκαλος. Θέλω να πω ότι, εκείνο που πρέπει να επιδιώκουμε είναι να μας τις βρέχουνε και όχι να μας λένε μπράβο. Τα προτερήματα και τις αρετές μας τις ξέρουμε, τα ελαττώματά μας δεν ξέρουμε».

Ο Μίμης, βέβαια, δεν είχε αυταπάτες, ήξερε πολύ καλά τα ελαττώματά του και συχνά στην αυτοκριτική που έκανε για τον εαυτό του, ήταν πολύ αυστηρός.

«…Το ξέρω, δεν προσπαθώ όσο πρέπει. Έτσι είμαι φτιαγμένος. Και στη Σχολή δε δούλευα αρκετά, ακουμπούσα πάντα στις ευκολίες μου. Τώρα, όμως, λατρεμένο μου κορίτσι, έχω πολλούς λόγους να δουλεύω. Τότε έλεγα προς τι; Όμως τώρα αυτό το προς τι έχει την απάντησή του. Τώρα έχω εσένα και για σένα όλα. Στείλε μου τη σκέψη σου, λοιπόν. Η σκέψη είναι δύναμη…»

«Μερικές φορές ο άνθρωπος είναι περισσότερο σίγουρος για κάτι που νιώθει, παρά για κάτι που βλέπει κι αγγίζει με τα ίδια του τα χέρια…»

Παρατηρήσεις καίριες, που μας αποκαλύπτουν όχι μόνο την αισθαντικότητα του Κοντού, αλλά και τη σημασία που έδινε ο ίδιος στην πρωτογενή δύναμη της σκέψης ως πηγή δημιουργικότητας, έστω και αν η νοητική σύλληψη δεν έφθανε ποτέ στην πραγματοποίησή της. Αυτός ίσως να είναι και ένας από τους λόγους που πολλές από τις προθέσεις και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μίμη έμειναν, δυστυχώς, μόνο «ιδέες» και δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ…

Με την απόλυση του Μίμη από το στρατό, η παρέα ξανάσμιξε και οι δύο φίλοι ξαναβρήκαν τα παλιά τους ενδιαφέροντα. Άρχισαν να κάνουν σχέδια και ετοιμάζονταν και οι δύο να δώσουν εξετάσεις στο Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, για να φύγουν με υποτροφία στο εξωτερικό. Στο μεταξύ ο Τσόκλης γνωρίζει τη Φάνια, την αδελφή της Ελένης, και σε πολύ μικρό διάστημα οι δυο αδελφές Καπλανίδου ετοιμάζονται να παντρευτούν με τους δυο «αδελφικούς» φίλους. Ο Τσόκλης, κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος από το Μίμη, θα παντρευτεί πρώτος και έχοντας πετύχει στις εξετάσεις του Ι.Κ.Υ. ετοιμάζεται να φύγει μαζί με τη Φάνια για τη Ρώμη.

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com