Γλώσσες

1959-1960

Η Ρώμη, όπως φαίνεται, ήταν ο πρώτος σταθμός μετεκπαίδευσης για πολλούς καλλιτέχνες της γενιάς του ’60. Ανάμεσα σε άλλους βρίσκονται εκεί ο Νίκος Κεσσανλής, ο Βλάσης Κανιάρης, ο Γιάννης Γαΐτης, δίνοντας ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί τη μάχη τους για μια θέση στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι της σύγχρονης τέχνης. Εκείνη την εποχή υπήρχε ακόμα μια σύμπνοια μεταξύ τους, μια νεανική αλληλεγγύη σε όλα τα επίπεδα, πιστεύοντας ότι ενωμένοι θα μπορούσαν να είναι πιο δυνατοί. Έτσι, ο Κώστας και η Φάνια, φθάνοντας στη Ρώμη, δεν ένιωσαν ξένοι και απομονωμένοι. Με όλη την παρέα γύρω τους, κατάφεραν να εγκλιματιστούν γρήγορα στο καινούργιο τους περιβάλλον. Από την παρέα των ταλαντούχων της Σχολής έλειπε φυσικά ο Μίμης και ο Τσόκλης, γνωρίζοντας την παροιμιώδη αδιαφορία του φίλου του, θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για να τον πείσει να τους ακολουθήσει.

Η μακρά αλληλογραφία τους είναι συγκινητική. Έχουν καταμετρηθεί 123 συνολικά γράμματα του Τσόκλη προς τον Κοντό από τη Ρώμη και αργότερα από το Παρίσι, γραμμένα με ειλικρίνεια και γνήσιο ενδιαφέρον, αποκαλύπτοντας ότι, παρόλες τις αμφιταλαντεύσεις της, αυτή η σχέση μεταξύ των δύο φίλων, είχε κατά βάθος πολύ γνήσιες πλευρές. Το περιεχόμενο αυτών των επιστολών ποικίλει: υπάρχουν γράμματα με λεπτομερείς περιγραφές των καλλιτεχνικών γεγονότων της Ρώμης, γράμματα με ατελείωτες πληροφορίες για τις τεχνικές της συντήρησης ή για το φρέσκο, εν όψει των εξετάσεων που ετοιμαζόταν να περάσει ο Μίμης στο Ι.Κ.Υ. Υπάρχουν ακόμα γράμματα γεμάτα παράπονα, νεανικές εξομολογήσεις, μικροπαρεξηγήσεις, νουθεσίες και προτροπές.

«…Μίμη μου, αγαπημένε μου φίλε, δεν έφυγα από την Ελλάδα, έφυγα από τη ζωγραφική που κάναμε εκεί. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«…Τι σημαίνει θέλω να ζωγραφίσω, Μίμη; Μήπως σημαίνει ότι θέλω να αντιγράψω τη μάνα μου ή ένα βάζο με λουλούδια ή μήπως σημαίνει ότι θέλω να βγάλω από μέσα μου κάτι που με πνίγει; Νομίζω το δεύτερο. Τώρα πια δεν μπορείς να μου μιλάς για μάνα ή για λουλούδια. Μίλα μου για χρώματα, για ζωγραφική, για έργα. Δεν με νοιάζει τι παριστάνει η ζωγραφική, αλλά τι εκφράζει».

«…Αγαπημένε φίλε, μου γράφεις ότι θέλεις να ανοίξεις δικό σου εργαστήριο, στην Αθήνα. Χαίρομαι γι’ αυτό, όμως Μίμη μου, μη βιαστείς. Η Αθήνα, είτε το θέλουμε, είτε όχι, είναι επαρχία. Ίσως η πιο όμορφη επαρχία του κόσμου, αλλά η πραγματικότητα είναι αυτή που σου λέω και μη θυμώνεις».

«…Ζύγισε τις φιλοδοξίες σου Μίμη, στην Ελλάδα το πολύ να γίνεις καθηγητής στη Σχολή. Εδώ ίσως προκύψει κάτι καλύτερο. Αλλά και τίποτα να μη γίνει, θα γυρίσουμε πίσω με πιο ανοικτό μυαλό…»

«Μίμη μπορεί να μη λάβεις υπόψη σου αυτό το γράμμα και να συνεχίσεις να σκέπτεσαι, όπως μας έμαθαν να σκεπτόμαστε, όμως να ξέρεις ότι αυτά εγώ στα γράφω, όχι για να κάνω τον έξυπνο, αλλά γιατί πραγματικά σε πιστεύω και σε αγαπώ»

«…Μίμη, άκουσέ με αυτή τη φορά και δεν θα μετανιώσεις. Μια μέρα γρηγορότερα έξω από την Ελλάδα, ένας χρόνος κερδισμένος στη ζωγραφική»

«Σήμερα είναι μια μέρα καταπληκτική, ύστερα από ένα μήνα σχεδόν με βροχές. Κάθομαι να σου γράψω, αλλά τι να σου πω; Μια ευχή μόνο σου στέλνω: Πάρε την υποτροφία πάση θυσία, γαμώτο, γιατί την αξίζεις. Αλλά και αν ακόμα δεν σου τη δώσουν, κόλλησε του πατέρα σου για λεφτά και φύγε. Κατάλαβε, ρε Μίμη, ότι δεν πρόκειται να κάνεις τίποτα στην Ελλάδα. Σου γράφω με όλη μου την ειλικρίνεια, ότι στη ζωγραφική που κάνω σήμερα δεν μου χρειάστηκε τίποτα απολύτως από αυτά που έμαθα στην Ελλάδα. Άρα, δουλεύω στην Ελλάδα, σημαίνει: χάνω τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου».

Ο Μίμης έδωσε τελικά εξετάσεις στο Ι.Κ.Υ. και απέτυχε. Εντελώς περιέργως την υποτροφία κέρδισε ένας άλλος συναγωνιζόμενος, τον οποίο, όπως λέγεται, τον βοήθησε ο Μίμης στο διάλειμμα να φτιάξει το σχέδιό του. Η απόφαση της φυγής του ήταν, ωστόσο, οριστική. Την επόμενη χρονιά, το 1958, ο Μίμης Κοντός φεύγει μόνος για τη Ρώμη, με την προοπτική να τον ακολουθήσει αργότερα και η Ελένη, η οποία λόγω των υποχρεώσεών της στη Σχολή Μωραΐτη, δεν μπορούσε να φύγει αμέσως. Στη Ρώμη η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικά φορτισμένη. Η σύγχρονη τέχνη ζει τις πιο δημιουργικές στιγμές της ιστορίας της και τα μηνύματα των νέων τάσεων καταφθάνουν από παντού. Είναι γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες, βιώνοντας από κοντά τους προβληματισμούς της νέας αυτής εποχής, δεν μένουν αδιάφοροι: οι εμπειρίες της άμορφης τέχνης, ο πλούτος των δυνατοτήτων της αφαίρεσης, η άγρια χειρονομιακή ζωγραφική του Μπούρι και προπαντός η πρωτόγνωρη βιωματική αίσθηση της εξπρεσιονιστικής ζωγραφικής του Πόλοκ αποτελούν σημαντικούς σταθμούς ανανέωσης των πλαστικών τους διερευνήσεων. Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι τα ερεθίσματα που δέχθηκε εκείνη την εποχή η παρέα των ελλήνων και επηρέασαν πιο άμεσα και καταλυτικά τις ερευνητικές κατευθύνσεις της δουλειάς τους, προέρχονταν κυρίως από τα ριζοσπαστικά κινήματα της ισπανικής πρωτοπορίας, από τους καλλιτέχνες του Ελ Πάσο και προπαντός από τον Τάπιες.

Η οικειοποίηση νέων μεθόδων και αντισυμβατικών υλικών, όπως το τσιμέντο, ο γύψος, οι εφημερίδες, τα κάρβουνα, η χρήση χρωμάτων απευθείας από το σωληνάριο ή χρώματα που δουλεύονταν με τη σπάτουλα, αποτελούν μερικές από τις τεχνικές που οδήγησαν τη δουλειά τους σε νέους ανεξερεύνητους δρόμους, εκφράζοντας δυναμικά τον παλμό μιας νέας πραγματικότητας. Μέσα σε αυτή την αισιόδοξη ατμόσφαιρα των οραματισμών και της ευφορίας, οι έλληνες καλλιτέχνες αγωνίζονταν να βρουν το δρόμο τους, συμμετέχοντας και αυτοί, όσο τους ήταν δυνατόν, στο γίγνεσθαι της νέας εποχής. Ο Κεσσανλής, ο οποίος μόλις είχε ξεκινήσει μια πιο τακτική συνεργασία με τη γκαλερί Obelisco, προχώρησε αμέσως στη χρήση των νέων υλικών, δουλεύοντας με σπάτουλα τη σειρά των «τοίχων». Από τους πρώτους που χρησιμοποίησε τα νέα υλικά ήταν και ο Τσόκλης, δημιουργώντας την σημαντική σειρά των έργων του με τα κάρβουνα. Σε μια παράλληλη τροχιά, ο Γαΐτης διέρχεται την τελευταία μετακυβιστική του περίοδο, πριν ανακαλύψει σταδιακά τον δικό του φαντασιακό κόσμο, ενώ ο Κανιάρης πιο ώριμος από όλους εκείνη την εποχή των επιρροών και των αμφισβητήσεων, είχε αρχίσει ήδη να προβληματίζεται πάνω στο θέμα της ταυτότητας, συνδέοντας την ανανέωση της φόρμας και των υλικών με το ευρύτερο ιδεολογικό περιεχόμενο της δουλειάς του.

Αυτό είναι το κλίμα που επικρατούσε στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ελλήνων, όταν έφθασε ο Μίμης στη Ρώμη. Και φυσικά ο ίδιος δεν έμεινε αμέτοχος. Προσαρμοστικός και δεκτικός στα διεθνή δρώμενα της τέχνης ρίχτηκε με ζήλο στη δουλειά, επιχειρώντας μια διεύρυνση του εικαστικού του πεδίου.

Αποκαλυπτικές στο σημείο αυτό είναι οι σκέψεις του ίδιου του καλλιτέχνη, όπως διατυπώνονται «αυτογνωστικά», άλλοτε αισιόδοξα και άλλοτε με απελπιστική αγωνία, σε μια σειρά επιστολών που στέλνει στην Ελένη:

«… Αγωνίζομαι σκληρά, αγάπη μου, να ξεφύγω από τις επιδράσεις που τόσες πολλές με τριγυρνάνε. Βρέθηκα εδώ, υποχρεωμένος να ζωγραφίζω χωρίς καμία συνέχεια από την πρώτη δουλειά μου. Θα ήθελα πολύ να έχω κάποια δείγματα από τα προηγούμενα έργα μου, να δω που βρισκόμουν και ύστερα να τα σκίσω και να ξεκινήσω από την αρχή. Όμως είμαι αισιόδοξος και τα καταφέρνω. Ζωγραφίζοντας νιώθω καλύτερα. Όλες αυτές τις μέρες έκανα πολλά τελάρα, όμως σε όλα σχεδόν δεν ήμουνα εγώ. Το πόσο εύκολο είναι να φτιάξεις ένα έργο, δε λέγεται. Το δύσκολο είναι να βάλεις τον εαυτό σου μέσα του, να βάλεις την αλήθεια σου, αυτό είναι το δυσκολότερο πράγμα στην τέχνη. Φτιάχνεις ένα έργο, ενθουσιάζεσαι και ύστερα από λίγο το ξαναβλέπεις και πέφτει ο ενθουσιασμός σου. Καταλαβαίνεις με απελπισία ότι δεν είναι δικό σου έργο, ότι πρέπει να φύγεις από αυτόν τον δρόμο τον πατημένο. Απελπισία…»

«…Φτιάχνω έργα που δεν τα αισθάνομαι δικά μου, που δεν έχουν κανένα ίχνος δικό μου. Και όμως, νιώθω μέσα μου ότι έχω πολλά πράγματα να δώσω. Έχω μέσα μου έργα που πρέπει οπωσδήποτε να βγουν, να πραγματοποιηθούν, να υπάρξουν, για όσο διάστημα τουλάχιστον το αξίζουν. Γι’ αυτό, αγάπη μου, ψάχνω ολοένα και πιο βαθιά μέσα μου, να βρω το Μίμη, να βρω τον εαυτό μου. Ψάχνω αδιάκοπα και μου αρέσει αυτή η διαδικασία. Νομίζω ότι πρώτη φορά στη ζωή μου έχω τέτοιου είδους ανησυχίες για τη δουλειά μου…»

Οι ανησυχίες και το αρνητικό κλίμα συνεχίζονται για πολύ καιρό ακόμα:

«…Δουλεύω χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα και στενοχωριέμαι. Μπορεί να είναι νωρίς ακόμα, αλλά αδημονώ, δεν μπορώ να περιμένω. Ζωγραφίζω τη μια μέρα και την άλλη βλέπω ότι έφτιαξα την προηγούμενη και μου φαίνεται τελείως ξένο. Οι φίλοι εδώ μου επιτίθενται για τη βιασύνη μου. Ήταν ηλίθιοι εκείνοι, λένε, που έκαναν έναν ολόκληρο χρόνο για να πιάσουν το νόημα και να καταλάβουν τι γίνεται; Ίσως έχουν δίκαιο. Εγώ ουσιαστικά δεν έχω ούτε τρεις μήνες στη Ρώμη…»

«…δουλεύω ακατάπαυστα, όμως οι δυσκολίες είναι μεγάλες. Γεμίζω τα τελάρα μου και το βράδυ περνώ άσπρο και τα σβήνω. Αυτό γίνεται συνέχεια. Η ζωγραφική είναι μεγάλο μαρτύριο, έτσι που μερικές φορές μούρχεται να τα βροντήξω όλα κάτω και να παραιτηθώ. Άλλες φορές πάλι νιώθω πιο ελευθερωμένος και αισθάνομαι ότι κάπου θα με βγάλει όλη αυτή η περιπέτεια. Θα περάσει, όμως, καιρός έως ότου αφομοιώσω τέλεια τα καινούργια διδάγματα της τέχνης. Έχω ανάγκη από πολλά πράγματα, κυρίως έχω ανάγκη από βιβλία τέχνης. Μια αμυδρή ιδέα από τέχνη μας έδωσαν μόνο στη Σχολή και τίποτα άλλο. Εγώ έχω ανάγκη από τη γνώση, έχω ανάγκη να ζήσω την ιστορία της εποχής μου…»

«…η εποχή που ζούμε είναι πολύ απαιτητική και πρέπει να έχει κανείς πολλές γνώσεις, σωστή ενημέρωση και μεγάλη αντοχή για να τα βγάλει πέρα. Η ίδια η ζωή με συγκεντρώνει και με συγκροτεί…»

Υπάρχουν, όμως, και κάποιες άλλες φορές που ο Μίμης αισθάνεται ικανοποιημένος με τον εαυτό του, νιώθει ότι βρίσκεται στο σωστό δρόμο:

«Όσο περνάει ο καιρός αρχίζω να βλέπω τα πράγματα πιο ξεκάθαρα, αισθάνομαι να φυτρώνει μέσα μου κάτι που δεν ξέρω ακόμα τι θα βγει. Χρειάζομαι, όμως, δουλειά. Αν δεν είμαι ακόμα εγώ μέσα στη δουλειά μου, νιώθω πάντως ότι είμαι πολύ κοντά»

Και οι καλές μέρες δεν θα αργήσουν να έρθουν. Όσο περνάει ο καιρός, ο Μίμης αισθάνεται ολοένα και πιο κοντά στους στόχους του:

«…σήμερα έφτιαξα δύο μικρά έργα που μου αρέσουνε και  νομίζω ότι θα τα κρατήσω. Νιώθω χαρά, όταν καταφέρνω να κάνω κάτι που έχει ενδιαφέρον, όμως η σκέψη ότι πρέπει να συνεχίσω, ότι δεν έφθασα ακόμα εκεί που θα ήθελα να φθάσω, με γεμίζει με σκέψεις και αρχίζω πάλι να αγωνιώ…»

Παλεύοντας ανάμεσα στην αβεβαιότητα και την αισιοδοξία, ο Μίμης προσπαθεί να βρει το δικό του προσωπικό τρόπο έκφρασης, χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, γνωρίζοντας καλά ότι το φαινόμενο της τέχνης δεν είναι μόνο υπόθεση ταλέντου, αλλά μια διαδικασία πολύ πιο σύνθετη του νου και των αισθήσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίοδος της Ρώμης αποτελεί βασικό σταθμό στη διαμόρφωση της εικαστικής προσωπικότητας του καλλιτέχνη, θέτοντας τους άξονες υποδομής όλης της μετέπειτα πορείας του. Όσο περνάει ο καιρός, οι ενδείξεις των κατακτήσεών του γίνονται ολοένα και πιο θετικές και ο ίδιος αντιμετωπίζει σιγά-σιγά τα προβλήματα της δουλειάς του με μεγαλύτερη αισιοδοξία, και εργατικότητα. Σε ένα από τα πολλά «αυτοαναλυτικά» γράμματα που στέλνει προς την Ελένη, σημειώνει ο ίδιος σχετικά:

«…Μόλις τελείωσα ένα μεγάλο κομμάτι. Έξω κοντεύει να ξημερώσει και ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Τι φτιάχνω τώρα, τι επιδιώκω; Δεν εξηγούνται αυτά τα πράγματα. Γεγονός είναι πάντως ότι άλλαξα, άλλαξα εντελώς. Ξαναβρήκα τον εαυτό μου και την αυτοπεποίθησή μου. Ουδέποτε δούλεψα με τόσο κέφι στη ζωή μου και ουδέποτε η δουλειά μου δεν με ικανοποιούσε τόσο πολύ, άσχετα με ό,τι προκύψει στο τέλος. Αισθάνομαι ότι διασχίζω ένα μονοπάτι που δεν ξέρω ακόμα που θα με βγάλει. Θα δούμε, είμαι αισιόδοξος…»

Και πράγματι ο Μίμης είχε κάθε λόγο να είναι αισιόδοξος, αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις της νέας εικαστικής πραγματικότητας με σοβαρότητα, αλλά και σε απόλυτη ισορροπία με την ψυχοσύνθεση και τις αισθαντικές καταβολές του χαρακτήρα του. Το αίτημα της οικουμενικότητας σε καμία περίπτωση δεν απεμπολεί τη δυναμική της αυτονομίας του. Με το ίδιο ενδιαφέρον ο καλλιτέχνης διερευνά και τα πλαστικά προβλήματα της δουλειάς του. Η ευαίσθητη και ποιητική αίσθηση της γραφής του συνυφαίνεται τώρα με την ανάγκη ενός ευρύτερου διαλόγου με τις αξίες και τις διαδικασίες του ποιείν. Η χρήση εξωζωγραφικών στοιχείων στη ζωγραφική του φαίνεται προσωρινά να τον απασχολεί, χωρίς να έχει όμως συνέχεια. Ο Τσόκλης διηγείται ότι κάποτε ο Μίμης βρήκε στο δρόμο ένα χαρτονένιο κουτί συσκευασίας με χωρίσματα για μποτίλιες, που του κέντρισε το ενδιαφέρον, και ήθελε να το χρησιμοποιήσει, αλλά εκείνος τον απέτρεψε.

«Δεν ξέρω γιατί το έκανα», ομολογεί σήμερα ο Τσόκλης, «πάντως εγώ το έχω ακόμα βάρος στη συνείδησή μου. Μπορεί πράγματι ο Μίμης να είχε κάνει κάτι καινούργιο με αυτό το υλικό…»

Το πιο πιθανό, βέβαια, είναι να μην είχε κάνει τίποτα, αφού ο Μίμης είχε μια ευαισθησία περισσότερο συνδεδεμένη με τις υφές και τις ποιότητες της ματιέρας, αλλά και με την αποφασιστική δύναμη της χειρονομίας, ως βασικού παράγοντα δημιουργίας του πλαστικού χώρου. Χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της περιόδου στη ζωγραφική του Κοντού μας δίνει η ενότητα των έργων του, που φέρει το γενικό τίτλο «Μεταμορφώσεις-Σύννεφα-Βροχή». Πρόκειται για έργα με πλούσια αναγλυφικότητα σε ποικίλους τονικούς συσχετισμούς του μαύρου-άσπρου. Έργα που υποβάλλονται με την εμβληματική δύναμη της ουσιώδους διχρωμίας τους, συμπλέκοντας με ένα τρόπο έμμεσο και υπαινικτικό το γνωστό με το άγνωστο, το φανερό με το αθέατο και το φως με το σκοτάδι. Από την άποψη της τεχνικής, ο πλαστικός χώρος δημιουργείται από ένα πλήθος στοιχείων παχύρρευστης υφής χρωμάτων, τα οποία απλώνονται απευθείας από το σωληνάριο σε όλη την επιφάνεια του πίνακα, που καθώς διαπλέκονται μεταξύ τους δίνουν την αίσθηση της κίνησης. Μετασχηματισμός και κινητικότητα, στη δουλειά του Κοντού αποτελούν τον πυρήνα μιας ερευνητικής προσέγγισης των πλαστικών προβλημάτων, αντλώντας αφορμές από τα στοιχεία της φύσης και την επενέργεια των φυσικών φαινομένων. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύονται με μεγαλύτερη ενάργεια στη σειρά των «Μεταμορφώσεων», όπου ο χώρος μοιάζει να βρίσκεται σε μια κατάσταση συνεχούς μετεξέλιξης, καθώς διαμορφώνεται και ενεργοποιείται δραστικά από τη φορά και την κίνηση της χειρονομίας του.

«Είναι τα σύννεφα που αναλύονται σε βροχή», σχολιάζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

Η Ηρακλείτεια αντίληψη του μετασχηματισμού και της ρευστότητας των πάντων, διαπερνά όλο το έργο του Κοντού.

«Όλα αλλάζουν, αλλά ταυτόχρονα όλα παραμένουν το ίδιο. Τα πράγματα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, το οποίο αλλάζει μορφή. Θέλω να δείξω τη δύναμη που έχει η φύση να αλλάζει και συγχρόνως να παραμένει η ίδια», σημειώνει ο καλλιτέχνης, προσεγγίζοντας από μια άλλη σκοπιά το φιλοσοφικό πνεύμα του σκοτεινού Εφέσιου.

Ο κατεξοχήν χώρος, όμως, όπου οι σκέψεις αυτές δικαιώνονται εκφραστικά, είναι κυρίως ο χώρος των σχεδίων του, ο χώρος όπου οι καταγραφές του νου και των αισθήσεων διατυπώνονται με μεγαλύτερη αμεσότητα, διατηρώντας ακέραια τη δύναμη της πρωτογενούς σύλληψής τους και τους αέναους ρυθμούς της μυστικής τους μεταμορφικότητας. Κάτω από το γενικό τίτλο «Μεταμορφώσεις-Σύννεφα-Βροχή» υπάρχει μια ολόκληρη σειρά έργων, φτιαγμένων με ελαφρές ύλες –μολύβια, σινικές, χρωματιστά κραγιόνια, τέμπερες και ακουαρέλες-, μέσα στα οποία υπάρχει δυνάμει όλος ο μοριακός ιστός της φιλοσοφικής αντίληψης, αλλά και της ποιητικής πνοής της δουλειάς του.

Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιους χαρακτηριστικούς τίτλους έργων του: «Η στιγμή της μεταμορφώσεως», «Ένα βίαιο σύννεφο», «Στη λάμψη της αστραπής», «Το σύννεφο που πεθαίνει», «Το γεμάτο σύννεφο»1.

Σε όλα αυτά τα έργα είναι φανερή η ευαίσθητη και οξυδερκής προσωπική οπτική του καλλιτέχνη, τόσο σε ένα επίπεδο ποιητικού στοχασμού, όσο και σε εκείνο μιας καθαρά ποιητικής έκφρασης. Έτσι, ανεξάρτητα από τις πηγές ή τις όποιες εικαστικές αναφορές και αν έχουν αντλήσει τα ερεθίσματά τους, τα έργα αυτά ανεξαρτητοποιούνταν τελικά από τα πρότυπά τους, διατηρώντας ζωντανή την ιδιαιτερότητα της προσωπικής έκφρασης του δημιουργού τους. Το επίπεδο ωριμότητας στο οποίο έχει φθάσει η δουλειά του δεν φαίνεται, ωστόσο, να ικανοποιεί ακόμα τις απαιτήσεις του Κοντού. Διαβάζουμε σε κάποιες σκόρπιες σκέψεις του:

«…Είμαι ευχαριστημένος  και η δουλειά μου πάει καλά. Ελπίζω να συνεχίσω προς αυτή την κατεύθυνση. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι επικοινωνώ καλύτερα με τον εαυτό μου. Σιγά-σιγά θα έρθουνε και τα έργα που ονειρεύομαι και προσδοκώ. Όχι πως ό,τι έχω φτιάξει είναι για πέταμα. Υπάρχουν πολλά από τα έργα μου που μου αρέσουν και που οι συνάδελφοί μου τα βρίσκουν ενδιαφέροντα. Πρέπει, όμως, να συνεχίσω να πάω πιο πέρα από εδώ που έφθασα. Μέχρι τώρα πέρασα πολλές αγωνίες με το πινέλο στο χέρι, χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Ευτυχώς τώρα άρχισα να αισθάνομαι πιο σίγουρος. Σε λίγο οργανώνεται μια έκθεση στο Μιλάνο για νέους καλλιτέχνες κάτω των τριάντα χρονών. Premio San Fidele λέγεται και θα δώσουν και βραβεία. Τα παιδιά λένε να λάβω κι εγώ μέρος, γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει. Θα στείλω, λοιπόν, τρία έργα και βλέπουμε. Από τους φίλους που θα λάβουν μέρος είναι ο Βλάσης (Κανιάρης) και ο Κώστας (Τσόκλης). Πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί, γιατί την προηγούμενη φορά που έστειλαν τα παιδιά έργα τους, δεν τους τα κράτησαν. Το κακό εδώ είναι ότι δεν υπολογίζουν τους ξένους καλλιτέχνες, όπως στο Παρίσι. Εκεί η συμμετοχή των νέων είναι ελεύθερη, αρκεί η δουλειά τους να ανταποκρίνεται στο πνεύμα της έκθεσης. Εγώ σκέπτομαι να στείλω τρία μικρά έργα μου, με ένα κοινό τίτλο «Εντυπώσεις από ένα ταξίδι».

Τα πρώτα βήματα στο στίβο της τέχνης δεν είναι, ωστόσο, πάντοτε εύκολα. Υπάρχουν και στιγμές έντονου προβληματισμού και ανασφάλειας που αντιμετωπίζει ένας καλλιτέχνης, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για έναν σκεπτόμενο καλλιτέχνη με τις ευαισθησίες του Κοντού.

«…Φτιάχνουμε με τα παιδιά τα κιβώτια για τα έργα που θα στείλουμε στο Μιλάνο. Τα έξοδα, όμως, είναι πολλά και δεν ξέρω αν έπραξα σωστά να λάβω μέρος. Τώρα ο Θεός βοηθός. Η έκθεση θα ανοίξει στις 8 του Νοέμβρη και είμαι πολύ αγχωμένος. Τα δικά μου έργα δεν είναι ακριβώς στο επίπεδο που θα επιθυμούσα, αλλά στέκουν θαυμάσια δίπλα στα έργα των άλλων…»

Hαπάντηση από το Μιλάνο είναι τελικά θετική, όπως και η επόμενη που θα ακολουθήσει για τη συμμετοχή του στην έκθεση «Premio Modigliani» στο Livorno.

«…Και τα δύο έργα μου, που ενέκρινε η επιτροπή ήταν πολύ συμπαθητικά», γράφει ο Κοντός, «το ένα, όμως, από αυτά μου άρεσε ιδιαίτερα, γιατί είχε μέσα του μια ωραία ζωγραφική σκέψη, παρόλο που σαν κατασκευή ήταν πιο ατελές…»

Μια παρατήρηση που αφήνει να διαφανεί πόσο μεγάλη σημασία έδινε ο Κοντός στην αντίληψη της ζωγραφικής ως ιδέα και όχι μόνο ως αισθητικό αντικείμενο. Το 1959 μια μικρή υποτροφία της Ιταλικής Πρεσβείας έρχεται να βελτιώσει λίγο τα πενιχρά οικονομικά του, ενώ την ίδια χρονιά ο Μίμης Κοντός, μαζί με τους ζωγράφους Γιάννη Γαΐτη, Βλάση Κανιάρη, Νίκο Κεσσανλή και Κώστα Τσόκλη, θα προχωρήσουν στην ίδρυση του Gruppo Sigma (από το καταληκτικό γράμμα «Σ» του επωνύμου τους). Μια ομάδα, η οποία μπορεί να μη διέθετε σαφές θεωρητικό υπόβαθρο, αφού τα μέλη της εξακολουθούσαν να διατηρούν την αυτονομία των εικαστικών επιλογών και δραστηριοτήτων τους, διέθετε, όμως, ένα πνεύμα συλλογικότητας και σαφείς επικοινωνιακούς στόχους. Οι εμφανίσεις της Ομάδας «Sigma», τόσο στη Νάπολη και τη Μπολόνια, όσο και εκείνες που θα πραγματοποιηθούν λίγο αργότερα στην Αθήνα, δεν περνούν απαρατήρητες. Η κοινή καταγωγική προέλευση των ελλήνων καλλιτεχνών αντιμετωπίζεται με ενδιαφέρον από τους ξένους κριτικούς. Ο κριτικός της εφημερίδας Il Mattino, Carlo Barbieri, σημείωνε για την έκθεση της Ομάδας «Sigma», στη Νάπολη το 1959: «…αυτοί οι έλληνες ζωγράφοι μόνοι τους ξαναζούν και μαθαίνουν από τις ίδιες τις ρίζες τους, από την ίδια τους την καταγωγή, είναι συνδεδεμένοι με φιλοδοξίες, με προβλήματα και με έρευνες που οι ίδιοι διενεργούν σταθερά στον πιο αυθεντικό χώρο δραστηριότητας…». Ενώ αναφερόμενος πιο συγκεκριμένα στη δουλειά του Κοντού, γράφει ότι στα έργα του διαφαίνονται ίχνη ερειπίων και προϊστορικών τάφων. Το ίδιο ενθουσιώδης είναι και ο κριτικός της εφημερίδας L’Avantiτης Μπολόνια, Emilio Contini, εντοπίζοντας στα έργα του έλληνα καλλιτέχνη «υπόγειες διασυνδέσεις με το ιστορικό παρελθόν και τον αρχαίο πολιτισμό της χώρας του…».

Οι δραστηριότητες της Ομάδας «Sigma» στη βραχύβια ιστορία της θα απασχολήσουν συχνά και τον ελληνικό τύπο, ενώ οι πρώτες εκθέσεις των «πρωτοπόρων» της διασποράς στην Αθήνα ταράζουν τα λιμνάζοντα νερά και προαναγγέλλουν δυναμικά την είσοδο στο καλλιτεχνικό προσκήνιο της γενιάς του ’60. Το 1960 αποτελεί τη χρονολογία-ορόσημο που θα σημειωθεί η μεγάλη τομή. Βιώνοντας το γίγνεσθαι της εποχής τους, οι καλλιτέχνες της πρωτοπορίας έρχονται σε ρήξη με τις αντιλήψεις μιας οπισθοδρομικής αισθητικής, η οποία επικρατούσε τότε στη χώρα μας, επιδιώκοντας να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην ελληνική και τη διεθνή τέχνη. Οι προοδευτικές εικαστικές προτάσεις των νέων καλλιτεχνών, αν και αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από το μεγάλο κοινό, καταφέρνουν ωστόσο να κινήσουν το ενδιαφέρον της σοβαρής κριτικής. Ο Μαρίνος Καλλιγάς, ο Άγγελος Προκοπίου, η Ελένη Βακαλό και λίγο αργότερα και ο Μίμης Φατούρος, είναι από τους πρώτους που θα αντιληφθούν την αναγκαιότητα της αλλαγής και θα υποστηρίξουν τους νέους καλλιτέχνες. Ακόμα και οι επίσημοι πολιτιστικοί φορείς δεν κρίνουν σκόπιμο να τους αγνοήσουν. Η παρουσία της γενιάς του ’60 στην ΣΤ΄ Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση του Ζαππείου αποτέλεσε ένα γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Ο Μίμης Κοντός, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα εκείνη την εποχή, είχε φροντίσει για τη συμμετοχή και των υπολοίπων της παρέας, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει στο μεταξύ τη Ρώμη και είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι. Την ίδια χρονιά ο Κοντός μαζί με το Χρήστο Καρά και τον Κώστα Τσόκλη, θα εκπροσωπήσουν επίσημα την Ελλάδα στην έκθεση «Artistes Grecs à Elsinki», που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του τότε Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Λίγο αργότερα η ίδια τριάδα των καλλιτεχνών «Δ. Κοντός, Χ. Καράς, Κ. Τσόκλης» θα εμφανιστούν και πάλι μαζί στον εκθεσιακό χώρο του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου (Α.Τ.Ι.) στην Αθήνα και στη συνέχεια στην αίθουσα της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «ΤΕΧΝΗ» στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες κριτικές είναι ενθαρρυντικές: «…Η τριάδα των ζωγράφων που εξέθεσε στην Αίθουσα του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου, μας έφερε πολύ κοντά στα προβλήματα που απασχολούν τους νεότερους καλλιτέχνες όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων. Αυτή υπήρξε η βασικότερη και γενικότερη σημασία αυτής της εκθέσεως», σημειώνει η Ελένη Βακαλό στα Νέα (26-11-1960). Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η κριτική του διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνου Καλλιγά, στην εφημερίδα Το Βήμα (17-11-1960), εξαίροντας και αυτός από τη μεριά του, τη σημασία ευθυγράμμισης της χώρας μας με τις διεθνείς κατευθύνσεις της σύγχρονης τέχνης.Στα τέλη του 1960 ο Μίμης Κοντός και η Ελένη Καπλανίδου θα παντρευτούν στην Ύδρα.

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com