Γλώσσες

1962-1963

Το 1961 ο Μίμης, κατόπιν προτροπής του Τσόκλη, πηγαίνει στο Παρίσι με την προοπτική μιας πιο μόνιμης διαμονής. Είχε προηγηθεί και πάλι της Ελένης για να τακτοποιήσει τις αρχικές ανάγκες της εγκατάστασης.

«Το Παρίσι είναι ενδιαφέρον, αλλά η ζωή πολύ σκληρή. Το μεγαλύτερο εμπόδιο εδώ είναι κυρίως το πρόβλημα της στέγης», αναφέρει σε ένα από τα πρώτα του γράμματα. Αισθάνεται, όμως, ικανοποιημένος και αισιόδοξος. Επισκέπτεται τα Μουσεία, παρακολουθεί τις εκθέσεις, κάνει γνωριμίες και προσπαθεί να οργανώσει, όσο μπορεί συντομότερα, ένα χώρο διαβίωσης και εργαστηρίου. Από τους πρώτους καλλιτέχνες που γνώρισε στο Παρίσι ήταν και ο Τσίγγος.

«…Γνώρισα τον Τσίγγο, ωραίος άνθρωπος και πολύ καλός ζωγράφος. Όλη η δουλειά έχει μια ποιότητα ζωγραφική που σε πείθει για τη φλέβα του. Η κουβέντα μαζί του ήταν γόνιμη και απολαυστική σαν ένα σπουδαίο μάθημα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος.

Ο χώρος του εργαστηρίου βρέθηκε και αυτός, σχετικά εύκολα. Ήταν ένα εξοχικό σπίτι στο Chatou, ένα προάστιο λίγα χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, που του παραχωρήθηκε από κάποιο γνωστό του Τσόκλη. Η εγκατάσταση στο καινούργιο περιβάλλον έχει, ωστόσο, τις δυσκολίες της.

«…Από τη Δευτέρα βρίσκομαι στο Chatouκαι ξαφνικά βρέθηκα μόνος, απομονωμένος από τους φίλους. Σήμερα όλη μέρα βρέχει. Ο ουρανός βαρύς, το ποτάμι βαθύ πράσινο, η κερασιά στον κήπο γυμνή με όλα τα κουκούτσια επάνω της και πολλά πουλιά παντού, χιλιάδες πουλιά που χαλούν τον κόσμο και με προκαλούν συνέχεια. Αισθάνομαι μεγάλη μοναξιά, έχω τρεις μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο. Δουλεύω πολύ, τα υλικά τελειώνουν, όπως επίσης και τα χρήματα. Σχεδιάζω, δουλεύω με γύψο, παίζω κιθάρα και προβληματίζομαι πάνω σε διάφορες ιδέες που μπορεί να έχουν ενδιαφέρον. Δεν ξέρω, όμως, πώς θα τα βγάλω πέρα. Δουλεύω όσο μπορώ με τα υλικά που έχω και τα αντικαθιστώ με ευλάβεια…»

Στο Παρίσι ο Μίμης διερευνά στη δουλειά του δυο ιδέες ταυτόχρονα: η πρώτη έχει σχέση με τη δομική αντίληψη της ζωγραφική ως κατασκευή, η λειτουργία της οποίας αυτορυθμίζεται και μεταλλάσσεται συνεχώς, ανάλογα με τις συνδυαστικές δυνατότητες των στοιχείων της. Επιδιωκόμενος στόχος σε αυτή την περίπτωση είναι να αποδοθεί με πλαστικά μέσα η έννοια του όγκου, καταργώντας τη μονοδιάστατη αίσθηση της ζωγραφικής επιφάνειας. Για να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα ο καλλιτέχνης, χρησιμοποιεί ως δομικά υλικά πολλά μικρά τελάρα «κτίζοντας» στην ουσία μια πολυεπίπεδη ζωγραφική, που αναπτύσσεται δυναμικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Στη δεύτερη ιδέα, η οποία αποτελεί στην ουσία μια διαφορετική εφαρμογή της πρώτης, η ανάπτυξη των τελάρων δε γίνεται στον τοίχο, αλλά στο χώρο, δίνοντας στη ζωγραφική μια περίοπτη διάσταση. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί τίποτα από τα έργα της δεύτερης αυτής κατηγορίας, τα οποία ως πρόταση κατασκευής ενέχουν ίσως μέσα τους τον πυρήνα της σειράς των μεταγενέστερων κύβων. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του Τσόκλη, υπήρχε επίσης και μια άλλη εκδοχή έργων της ίδιας ιδέας σε γύψο, τα οποία αναπτύσσονταν περιβαλλοντικά στο χώρο και έμοιαζαν με περίεργα μνημεία μιας απρόβλεπτης και άκρως ποιητικής σύλληψης. Μια ενδιαφέρουσα και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η οποία έμεινε δυστυχώς και αυτή χωρίς συνέχεια…

Σαφέστερη περιγραφή, όμως, για όλη αυτή τη σειρά των παρισινών έργων, μας δίνουν οπωσδήποτε οι σκέψεις και οι σχεδιαστικές σημειώσεις του ίδιου του καλλιτέχνη:

«…Η δουλειά έχει πάρει ένα δρόμο που τον ακολουθώ, χωρίς να μπορώ να πω ακόμα αν είναι καλός. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι έχει ενδιαφέρον και τα έργα που φτιάχνω έχουν μια παρουσία. Δεν έχω και τα υλικά που μου χρειάζονται και εκνευρίζομαι, γιατί αλλιώς θα είχα προχωρήσει πολύ περισσότερο. Είναι μια δουλειά που της πάει να γίνει με λαδομπογιές σε μουσαμά και εγώ δουλεύω κόλες σε πανί. Θα δοκιμάσω και κάτι άλλο αυτές τις μέρες. Μου τρώει πολύ χρόνο και το τελάρωμα του πανιού, καθώς και το δέσιμο των τελάρων μεταξύ τους, αλλά είναι μια δουλειά που οπωσδήποτε πρέπει να την κάνω εγώ. Ευτυχώς έχω τον γύψο και όταν κουράζομαι από τη μια δουλειά, πάω στην άλλη, χωρίς πολύ κέφι, όμως, γιατί σκέπτομαι ότι αυτά τα έργα θα καταστραφούν. Δουλεύω στο γύψο ένα μικρό μνημείο με το πρόβλημα των τριών τελάρων, και μου φαίνεται ότι έχει πολύ ενδιαφέρον.

Το πρόβλημα, δυστυχώς, είναι ότι όλη αυτή η δουλειά στην ανάπτυξή της χρειάζεται μεγάλο χώρο, τον οποίο φυσικά εγώ δε διαθέτω. Να δούμε τι θα γίνει. Σε όλες αυτές τις σειρές σκέπτομαι να δώσω τον τίτλο «Systèmes d’événements Picturales».

Δυστυχώς, η ιστορία τελειώνει εδώ. Ο ενθουσιασμός σε λίγο θα περάσει και το 1963 ο Κοντός επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com