Γλώσσες

1963-1970

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Μίμης Κοντός μαζί με τους συναδέλφους και φίλους του Βασίλη Γκρόζα και Σταύρο Μπαλτογιάννη, αναλαμβάνουν τη συντήρηση των τοιχογραφιών της μονής Φιλανθρωπινών, στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ παράλληλα αναπτύσσει μια αξιόλογη καλλιτεχνική δραστηριότητα, συμμετέχοντας σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις των ελλήνων της διασποράς. Η γενιά τους μπορεί να μην είχε βρει ακόμα τη θέση της στα αθηναϊκά σαλόνια, αναμφίβολα όμως είχε τη θέση της στο χώρο της διανόησης και της πρωτοπορίας. Αποτελούσε τη νέα προοδευτική δύναμη της σύγχρονης τέχνης, παρόλο που η προβολή της δουλειάς του από τις λιγοστές γκαλερί της εποχής δεν ήταν πάντοτε εφικτή. Αυτός ήταν, άλλωστε, και ένας από τους λόγους που προτιμώνται συνήθως τα μικρά ομαδικά σχήματα από τις ατομικές εκθέσεις, ενώ το ρόλο του διαμορφωτή των νέων καλλιτεχνικών αξιών και της προβολής τους, αναλαμβάνουν κυρίως διάφοροι θεσμικοί φορείς, πολιτιστικά κέντρα και Ινστιτούτα. Η «Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων», με πρόεδρο τον Κουρνούτο, το «Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο» (Α.Τ.Ι.) του Δοξιάδη και το «Κέντρο Τεχνολογικών Εφαρμογών» (Κ.Τ.Ε.), με διευθυντή το Νίκο Παπαδάκη, είναι από τους πρώτους χώρους που θα δεχθούν και θα παρουσιάσουν στο κοινό τις νέες καλλιτεχνικές προτάσεις, φέρνοντας σε επαφή τους καλλιτέχνες της διασποράς με το κοινό της πατρίδας τους.

Ιδιαίτερα ο Νίκος Παπαδάκης θα συνδεθεί από την αρχή με τους καλλιτέχνες της γενιάς τους, παρουσιάζοντας συστηματικά την εξέλιξη της πορείας τους σε διάφορες εκθέσεις, τόσο ως διευθυντής του Κ.Τ.Ε. και αργότερα της δικής τους αίθουσας τέχνης «Πολυπλάνο», όσο και ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Σήμα.

Το 1964 ο Κοντός διορίζεται βοηθός στην Έδρα Ζωγραφικής και Ελεύθερου Σχεδίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου, μια απόφαση η οποία είχε δεχθεί τότε αρκετά αυστηρή κριτική από μερικούς «ασυμβίβαστους» συνοδοιπόρους της γενιάς του. Την απάντηση στους επικριτές του θα δώσει, ωστόσο, ο Μίμης ένα χρόνο αργότερα, παρουσιάζοντας στο κοινό έναν ακόμα σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της πορείας του. Πρόκειται για την πρώτη εμφάνιση της σπειροειδούς γραφής. Μιας γραφής ελεύθερων χειρονομιακών ρυθμών σε ρέουσα κίνηση, η οποία καθώς αναπτύσσεται σε όλη την επιφάνεια του λευκού φόντου, μοιάζει να μην έχει αρχή και τέλος, οδηγώντας συνειρμικά σε μια ατελείωτη αλληλουχία ευαίσθητων και απρόβλεπτων οπτικών συσχετίσεων. Την εφαρμογή της ιδιότυπης και τόσο προσωπικής αυτής γραφής, θα διερευνήσει μεθοδικά ο καλλιτέχνης σε διάφορες εκδοχές, τόσο ως αισθητικό αποτέλεσμα της μορφολογίας του γραπτού «κειμένου», όσο και ως διαμορφωτικού παράγοντα «αντικειμενικής» λειτουργίας της γραφής στο χώρο. Με δυο λόγια, δηλαδή, ως σημαίνων και ως σημαινόμενο, ταυτόχρονα.

Μια πρώτη εκδοχή αυτού του σκεπτικού παρουσίασε ο Κοντός στην έκθεση «Αντικείμενο», που είχε οργανώσει ο Νίκος Παπαδάκης και το Κέντρο Τεχνολογικών Εφαρμογών στη γκαλερί «Μέρλιν», το Φεβρουάριο του 1965. Στην έκθεση αυτή, η οποία είχε σα στόχο την αισθητική βελτίωση των αντικειμένων καθημερινής χρήσης μέσα από διάφορες εικαστικές προτάσεις καλλιτεχνών, ο Κοντός παρουσίασε τους «Κύβους», ένα «Παιχνίδι για μεγάλα παιδιά», το οποίο πρότεινε ως μοντέλο μιας διευρυμένης εικαστικής αντίληψης και λειτουργίας του έργου τέχνης.
Το «παιχνίδι» αποτελείτο από τριανταπέντε μικρούς κύβους, 3.5 Χ 3.5, με σχεδιασμένη την ελικοειδή γραφή σε κάθε πλευρά τους και λειτουργούσε σαν ένα απλό παιχνίδι κατασκευών, το οποίο ανάλογα με τις κινήσεις του χρήστη και τους τυχαίους συσχετισμούς των κύβων στο χώρο, προσέφερε κάθε φορά μια μεγάλη ποικιλία συνδυασμών και νέων εικαστικών λύσεων. Μια πολύ προωθημένη πρόταση, η οποία απέβλεπε σε τρεις κυρίως στόχους:

α. την κατάργηση της φετιχιστικής αντίληψης του μοναδικού πρωτοτύπου ως αξία εικαστική

β. την ενεργό συμμετοχή του θεατή στο «παιχνίδι» της τέχνης

γ. την αυτονόμηση του έργου τέχνης μέσα στον περιβάλλοντα χώρο και τη δημιουργία πλαστικού χώρου από το ίδιο το έργο.

Μια άλλη εκδοχή των «Κύβων», σε διαστάσεις 25 Χ 25 εκατοστά, με την προοπτική να βγει αργότερα και σε έκδοση πολλαπλών, παρουσίασε στη συνέχεια ο καλλιτέχνης στην έκθεση «Μεταμορφώσεις Παράλληλες», που είχε οργανώσει ο Μίμης Φατούρος στη γκαλερί «Άστορ», αλλά κι αυτή η πρόταση έμεινε δυστυχώς χωρίς αντίκρισμα. Στον κατάλογο της έκθεσης ο Φατούρος αναφέρει χαρακτηριστικά για το έργο του Μίμη Κοντού: «πραγματοποιεί μια γνήσια σχέση χώρου αρχιτεκτονικού και ζωγραφικής, ξεπερνώντας τις απλοϊκές συζητήσεις της integration de l’art. Στοιχεία ευλύγιστα μέσα στο χώρο, αποκαλύπτουν αυτά τα ίδια τον χώρο με τις ιδιότητές του. Ένας πληθυσμός, ο μικρόκοσμος της «ατελείωτης» μικρογραφής, προσκολλημένος στη χωρονομική τάξη φαίνεται να αγωνιά» («Μεταμορφώσεις παράλληλοι», γκαλερί «Άστορ», Αθήνα 1965).

Η ιδέα της πολλαπλότητας και η κυκλοφορία του έργου τέχνης ως πνευματικό προϊόν ευρείας κατανάλωσης, θα βρουν τελικά τη λειτουργική τους πληρότητα το 1968 με την έκδοση του περίφημου «Roman Pictural», μιας εξαιρετικά πρωτότυπης εικαστικής πρότασης σε παγκόσμια κλίμακα. «Το Εικαστικό Μυθιστόρημα», όπως ακριβώς δηλώνει και ο τίτλος του, είναι ένα βιβλίο 124 σελίδων, η πλοκή του οποίου αναπτύσσεται μέσα από τη διαρκώς εξελισσόμενη ροή της ελικοειδούς γραφής του. Χρησιμοποιώντας σα βάση τη δομή και την εύχρηστη λειτουργικότητα ενός «φθηνού» βιβλίου τσέπης, το «Εικαστικό Μυθιστόρημα» κυκλοφόρησε αρχικά σε 500 αντίτυπα, στην ευτελή τιμή των 40 δραχμών έκαστο και φυσικά εξαντλήθηκε αμέσως, ως εικαστικό αντικείμενο βέβαια και όχι ως αντίτυπο βιβλίου ως «μέσο» διάδοσης, δηλαδή, του πνευματικού περιεχομένου της τέχνης. Η εκδοτική επανάσταση του Γουτεμβέργιου και η κατάργηση του μοναδικού χειρογράφου, δε λειτούργησε το ίδιο αποτελεσματικά και στο χώρο της τέχνης. Ένα αντίτυπο του «Roman Pictural» που έδειξε ο Τσόκλης στην Ιλεάνα Σόναμπεντ στο Παρίσι άρεσε στη γνωστή γκαλερίστα, αλλά όπως δήλωσε η ίδια δεν είχε κανένα εμπορικό ενδιαφέρον για να το προωθήσει στην αγορά. Το «Εικαστικό Μυθιστόρημα» ήταν μια πρόταση πολύ πιο προχωρημένη από την εποχή της. Η απόλαυση της εικαστικής ανάγνωσης προϋποθέτει φυσικά ότι ο αναγνώστης της τέχνης γνωρίζει καταρχήν να διαβάζει… Αξίζει να σημειωθεί ότι μια επανέκδοση του «Μυθιστορήματος» πραγματοποιήθηκε το 1991 στη Θεσσαλονίκη από το βιβλιοπωλείο «Παρατηρητής», ενώ μια τρίτη είναι αυτή που προτείνεται σήμερα με την ευκαιρία της αναδρομικής έκθεσης του καλλιτέχνη στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Το 1971 ο Κοντός θα παρουσιάσει μια ακόμα ενδιαφέρουσα εφαρμογή της ελισσόμενης γραφής του, στο «Δεσμό», τη γκαλερί που κάτω από τη θαρραλέα και εμπνευσμένη καθοδήγηση του Μάνου Παυλίδη και της Έπης Πρωτονοταρίου, έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο ως γκαλερί-πιλότος των πρωτοποριακών τάσεων της τέχνης του ’70. Η νέα πρόταση του Κοντού ήταν το «Ημερολόγιο», ένα έργο που «κυριολεκτικά» ισορροπούσε πάνω στην έννοια της ρευστότητας του χρόνου, διερευνώντας μεθοδικά τις σημασίες της διάρκειας και της εφημερότητας.

Η λειτουργία του έργου ήταν απλή και μεγαλοφυής συγχρόνως: ένας κύβος με πλευρά 0.50 εκατοστά, πάνω στον οποίο ήταν τοποθετημένα 5.500 φύλλα με τυπωμένη στην όψη τους την ίδια πάντα ελισσόμενη γραφή και ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις τόνων και αποχρώσεων σε κάθε φύλλο. Το έργο ήταν μελετημένο για να εξαφανιστεί με την καθημερινή αφαίρεση ενός φύλλου, όπως εξαφανίζεται ένα κοινό ημερολόγιο.

Εδώ τελειώνει και αυτός ο κύκλος δουλειάς. Η περιπέτεια της ελισσόμενης γραφής, έχοντας εξαντλήσει τα ερευνητικά όριά της, χάνει το ενδιαφέρον της για τον καλλιτέχνη και εγκαταλείπεται. Για κάποιον άλλο στη θέση του, θα μπορούσε ενδεχομένως να τροφοδοτεί την παραγωγή έργων μιας ολόκληρης ζωής, όχι όμως για το Μίμη Κοντό. «Εγώ είμαι άνθρωπος που δεν μπόρεσα να κάνω πολλά έργα πάνω στην ίδια ιδέα. Όταν τελειώνει κάτι μέσα μου, πρέπει να πάω αλλού», είχε δηλώσει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, στη Μαρία Μαραγκού (Ελευθεροτυπία, 15 Ιανουαρίου 1992).

Η καινούργια ιδέα, στην οποία αναφέρεται ο καλλιτέχνης, θα φανεί λίγο αργότερα με τα «Λατρευτικά», τα ερεθίσματα, όμως, των εμπνεύσεων του τελευταίου αυτού κύκλου δουλειάς αντλούν όλα την ιδεολογική φόρτισή τους από τα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας του ’60 και από τα εφιαλτικά βιώματα της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1968 ο Κοντός διορίζεται επιμελητής Ελεύθερου Σχεδίου στο Πολυτεχνείο, ενώ παράλληλα ανοίγει ένα δικό του φροντιστήριο-εργαστήριο Ελεύθερου Σχεδίου και ζωγραφικής για υποψήφιους της αρχιτεκτονικής και της Σχολής Καλών Τεχνών. Είναι ένα ισόγειο μικρό στούντιο επί της οδού Ασκληπιού, το οποίο ο Μίμης είχε νοικιάσει από την οικογένεια Τζαβάρα, τους παλιούς γείτονες των παιδικών του χρόνων. Χώρος διδασκαλίας και χώρος προσωπικού εργαστηρίου μαζί, λιτός και απλός, φτιαγμένος με μεράκι, σύμφωνα με τη δική του εκλεπτυσμένη αισθητική αντίληψη και λειτουργώντας σύμφωνα με τις δικές του ιδιόρρυθμες προδιαγραφές. Γιατί στην ουσία ο χώρος αυτός δεν απέκτησε ποτέ την αυστηρή δομή ενός κλασικού φροντιστηρίου, με τη στενή «Προκρούστεια» έννοια της προετοιμασίας των υποψηφίων για τις Σχολές, αλλά λειτούργησε πάντα σαν ένα είδος ελεύθερου εργαστηρίου ανοικτής διδασκαλίας και διακίνησης των ιδεών της τέχνης, αποφεύγοντας πεισματικά κάθε μορφή εμπορευματοποίησης. Αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος που το φροντιστήριο του Μίμη Κοντού, παρόλη την καλή φήμη του και την παραδοχή που κέρδισε από την αρχή στους καλλιτεχνικούς κύκλους, δεν διεύρυνε ποτέ τις δυνατότητες λειτουργίας του, διατηρώντας πάντα αυτό το επιλεκτικό πνεύμα συνεργασίας και συντροφικότητας ανάμεσα στους σπουδαστές του, οι οποίοι και παρέμειναν πιστοί στην επικοινωνία τους με το «δάσκαλο» ως το τέλος.

Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κέρδισε από την αρχή ένα νέο κορίτσι,η Βούλα Πριοβόλου, που παρουσιάστηκε το 1968 για ιδιαίτερα μαθήματα σχεδίου, στο φροντιστήριο του Μίμη και το οποίο έμελλε να αλλάξει ριζικά τα μέχρι τότε δεδομένα της ζωής του. Ο γάμος του με την Ελένη Καπλανίδου είχε διαλυθεί από καιρό και σε λίγο το ζευγάρι θα έπαιρνε οριστικά διαζύγιο.

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com