Γλώσσες

1970-1996

Η Βούλα Πριοβόλου μόλις είχε τελειώσει την Σχολή Δοξιάδη και ήθελε να προετοιμαστεί για να δώσει εξετάσεις για την Σχολή Καλών Τεχνών. Η πρώτη επαφή της νεαρής σπουδάστριας  με τον δασκαλό της υπήρξε σημαδιακή:«Όταν άνοιξε η πόρτα και πρωτοαντίκρυσα το Μίμη, ένιωσα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Ήταν αρρενωπός, ευγενικός και ήρεμος με αυτό το καθαρό βλέμμα του να σε κοιτάζει κατάματα και με έναν αέρα επιμελημένης ατημελησίας στο ντύσιμό του. Θυμάμαι ακόμα ότι φορούσε δύο πουλόβερ σε δύο αποχρώσεις του μπλε και με υποδέχθηκε με φιλική άνεση σε ένα χώρο απίθανης αισθητικής ζεστασιάς και τελειότητας. Με την οικογένεια Τζαβάρα συνδεόμαστε οικογενειακά, γιατί ο γιος τους Θανάσης Τζαβάρας ήταν παντρεμένος με τη μεγαλύτερη αδελφή μου, την Ελένη, έτσι το σπίτι των Τζαβαραίων το γνώριζα καλά. Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον κτίριο, αρχιτεκτονημένο από τον Κώστα Γκάτσο και το Δημήτρη Αντωνακάκη, κτισμένο με σύγχρονα υλικά σε λιτή δομή, αλλά ο χώρος του Μίμη ήταν για μένα μια έκπληξη. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα τόση ευφορία μπαίνοντας σε ένα χώρο. Στο δάπεδο είχε στρωμένο ένα μεγάλο κιλίμι της γιαγιάς του, με κόκκινες και πράσινες ρίγες, που έπιανε όλο το δωμάτιο και τα έπιπλα ήταν ελάχιστα: μια πάνινη πολυθρόνα του σκηνοθέτη, το καβαλέτο, ένα σκαμνάκι, ένα ράφι γεμάτο αντικείμενα. Εκεί δουλεύαμε με το «δάσκαλο». Μου έφτιαχνε καφέ, μου έβαζε το θέμα και ύστερα αποσυρόταν κι αυτός στη δική του γωνιά να εργαστεί. Δουλεύαμε παράλληλα και στο τέλος συζητούσαμε πάνω στη δουλειά που είχα κάνει. Ό,τι μου έλεγε εγώ το εκτελούσα πάραυτα και ρουφούσα τις υποδείξεις του σαν σφουγγάρι». Όλη αυτή η ατμόσφαιρα, βέβαια, έκρυβε στο βάθος της έναν υποβόσκοντα ερωτισμό, τα αποτελέσματα του οποίου δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Το 1970 ο Μίμης παραιτείται από τη θέση του επιμελητή στο Πολυτεχνείο και μετακομίζει το φροντιστήριό του λίγο πιο κάτω, στην οδό Βελισσαρίου, ενώ πριν κλείσει η χρονιά ο Μίμης και η Βούλα αποφασίζουν να παντρευτούν και προτείνουν στην αδελφή της, Ελένη Τζαβάρα, να γίνει κουμπάρα. Ο γάμος προγραμματίστηκε για τον επόμενο χρόνο και ο Μίμης τον ήθελε παραδοσιακό. «Έκανα ήδη ένα κλειστό γάμο», είπε στη Βούλα, «το δικό μας, τον θέλω ανοικτό, με μεγάλο γλέντι και όλους τους φίλους γύρω μου». . Ο Μίμης σχεδίασε το φόρεμα της νύφης από ωραίο κουκουλάρικο ύφασμα, της φόρεσε στο λαιμό μαργαριταρένιο κολιέ και έφτιαξε τα στέφανα, επίσης, από μαργαριτάρια. Τον επόμενο χρόνο, το 1972, θα γεννηθεί η κόρη τους, η Βαγγελιώ,… «Σίγουρα ο Μίμης δεν ήταν εύκολος άνθρωπος στη συμβίωσή του», αναφέρει χαρακτηριστικά η Βούλα. Υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία του, είχε τα χόμπι του και εξαφανιζόταν για ώρες, χωρίς να δίνει λόγο σε κανένα. Όταν, όμως, έμπαινε στο σπίτι του, τα ξεχνούσε όλα και γινόταν ο ιδανικός σύζυγος. Τον θυμάμαι να μπαίνει στο σπίτι πάντοτε τραγουδώντας ή απαγγέλλοντας στίχους των αγαπημένων του ποιητών. Αγαπούσε πολύ την ποίηση ο Μίμης και είχε απομνημονεύσει πολλούς στίχους που τους απήγγειλε με την ωραία του φωνή, σε κάθε περίσταση. Ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου οι στίχοι του Βάρναλη, με τους οποίους του άρεσε να προαναγγέλλει την είσοδό του στο σπίτι.

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι....
Και μια δράνια γιομάτη τσαμπιά
κεχριμπάρι...

Νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
Το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το
χάδι...
1

Νομίζω ότι το έργο του «Οι παλιοί καλοί καιροί» από τη σειρά των «Λατρευτικών», που είχε χαρίσει στη Βαγγελιώ, είναι εμπνευσμένοι από αυτούς τους στίχους του Βάρναλη».

Κάποια στιγμή, οργανώνοντας η Βούλα ένα αρχείο φωτογραφιών, διαπίστωσε με έκπληξη ότι αρκετά έργα του Μίμη δεν τα είχε δει ποτέ, γιατί απλούστατα, όπως της εξήγησε αργότερα ο ίδιος, φεύγοντας από το Παρίσι, τα είχε εγκαταλείψει πρόχειρα σε μια φιλική αποθήκη.  Ειδοποιήθηκαν τοτε η Ελένη και ο Θανάσης Τζαβάρας , οι οποίοι εκείνη την εποχή ζούσαν ακόμα στο Παρίσι, και ξεκίνησε μια αγωνιώδης αναζήτηση των χαμένων έργων. Το μοναδικό στοιχείο που υπήρχε ήταν το όνομα κάποιας κυρίας Moreau και μια παλιά διεύθυνση διαμονής της πριν από μια δεκαετία. Τα έργα βρέθηκαν, αλλά δυστυχώς τα περισσότερα εντελώς κατεστραμμένα από την υγρασία. Όσα τελικά διασώθηκαν, ο Μίμης τα παρουσίασε λίγο αργότερα στην πρώτη ατομική έκθεσή του, στη γκαλερί «Δεσμός», αποκαθιστώντας έτσι, έστω και αποσπασματικά, το νήμα της σημαντικής ερευνητικής πορείας του.

Προοίμιο της σχέσης του με την γκαλερί «Δεσμός», στην οποία οφείλεται η επανασύνδεση του καλλιτέχνη με το κοινό και η αναζωπύρωση του ερευνητικού έργου του, στάθηκε η ομαδική έκθεση του 1972, που οργάνωσε ο άγγλος θεωρητικός Charles Spencer. Στην έκθεση συμμετείχαν οι καλλιτέχνες Καναγκίνη, Καράς, Κοντός, Μυταράς  και Τούγιας, η δουλειά των οποίων ανταποκρινόταν στο σκεπτικό και τις ερευνητικές προδιαγραφές που είχε θέσει από την αρχή της λειτουργίας του ο «Δεσμός» ως γκαλερί πιλότος των νέων πειραματικών προτάσεων της σύγχρονης τέχνης. Στην ομαδική αυτή έκθεση ο Κοντός είχε παρουσιάσει τότε για πρώτη φορά το «Ημερολόγιο», προτείνοντας την ενεργό συμμετοχή του θεατή στην επικοινωνία του με το έργο τέχνης. Προλογίζοντας τον κατάλογο, ο άγγλος κριτικός Charles Spencer γράφει σχετικά: «Ο Κοντός εγγράφεται στη φιλοσοφία εκείνων που αφαιρούν κάθε ρομαντισμό από τον καλλιτέχνη, έτσι ώστε να καθιερωθεί ένα καινούργιο είδος επικοινωνίας. Το ευφυές και χαριτωμένο ημερολόγιό του, επεκτείνοντας την αφηρημένη γραμμική συνέχεια των παλαιότερων βιβλίων του, απαιτεί την ενεργό συμμετοχή μας και με αυτό τον τρόπο επιμένει ότι δεν χρειάζεται η τέχνη να είναι υπεροπτική και πομπώδης, προχωρεί δε ακόμα περισσότερο υποτιμώντας την ιδέα της τέχνης σαν ιδέα ιδιοκτησίας».

Η αρχή είχε γίνει. Από εκεί και πέρα αρχίζει ο ρόλος του Μάνου Παυλίδη και της Έπης Πρωτονοταρίου, να πείσουν τον Κοντό να συνεχίσει την επικοινωνία του με το κοινό, όχι πλέον αποσπασματικά, συμμετέχοντας κατά καιρούς σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις, αλλά ολοκληρώνοντας ένα κύκλο δουλειάς για ατομική έκθεση:

«Το Μίμη Κοντό τον θαύμαζα από τότε που είμαστε ακόμα φοιτητές στη Σχολή Καλών Τεχνών», διηγείται η Έπη Πρωτονοταρίου, «τον πρόλαβα τελειόφοιτο στη Σχολή, όταν εγώ ξεκινούσα τις σπουδές μου και θυμάμαι πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει, όχι μόνο η χαρισματική ευκολία του χεριού του, αλλά η προσωπικότητά του γενικότερα, η οπτική που αντιμετώπιζε τη δουλειά του και ο τρόπος της σκέψης του. Με την ευκαιρία της ομαδικής έκθεσης του «Δεσμού» το ’72 και χάρη στην ευεργετική μεσολάβηση της Νίκης Καναγκίνη, είχαμε, όμως, την ευκαιρία να ξανασυναντηθούμε και να γνωριστούμε καλύτερα, θέτοντας από κοινού τις προϋποθέσεις μιας σταθερής φιλίας και μιας πολύ γόνιμης και δημιουργικής συνεργασίας».

«Το να πείσεις τον Κοντό να δουλέψει πάνω στην ιδέα μιας ατομικής έκθεσης δεν ήταν, βέβαια, εύκολη υπόθεση», συνεχίζει η Έπη Πρωτονοταρίου, «Τόσο εγώ προσωπικά, όσο και ο Μάνος Παυλίδης καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια να τον πείσουμε, με ατελείωτες συζητήσεις που είχαμε μαζί του και προβάλλοντας διάφορα ερεθίσματα που θα κέντριζαν το ενδιαφέρον του. Δεν ήταν ασφαλώς οι ιδέες που του έλειπαν. Ο Κοντός ήταν γεμάτος ιδέες, καινούργιες, πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες, τις οποίες κατέγραφε σε ατελείωτα μικρά μπλοκάκια. Εκείνο που σίγουρα έλειπε, ήταν η δική του διάθεση να εκτεθεί δημόσια και πολύ περισσότερο, να δεσμευτεί με μια υποχρέωση που θα του στερούσε, έστω και προσωρινά, την ελευθερία του και την απόλαυση των άλλων πραγμάτων που τον ενδιέφεραν. Ο ίδιος, μιλώντας για τον εαυτό του, είχε πει κάποτε ότι αγάπησε τη ζωή περισσότερο από την τέχνη. Λάθος! Για το Μίμη Κοντό Τέχνη και Ζωή ήταν ένα και το αυτό. Ο Μάνος Παυλίδης, αιτιολογώντας σε μια συνέντευξή του, γιατί ο Κοντός δεν άφησε πίσω του πολλά έργα, είπε κάτι πολύ σωστό: «Ο Μίμης Κοντός ήταν ολόκληρος ένα έργο τέχνης», και είχε δίκαιο…»

Οι προσπάθειες του Μάνου και της Έπης δεν πήγαν, ωστόσο, χαμένες. Το 1974 ο Κοντός αποδέχεται την υποτροφία του Ιδρύματος Fordκαι ξεκινά τη διαδικασία ενός νέου κύκλου δουλειάς, την οποία θα παρουσιάσει ένα χρόνο αργότερα στη γκαλερί «Δεσμός», σε μια πρώτη ατομική έκθεση. Είναι τα «Λατρευτικά», μια σειρά από 14 έργα που το δυναμικό τους στοιχείο είναι το αφιέρωμα με τη μορφή του τάματος. Η σχέση του στοιχείου αυτού με το θέμα του κάθε έργου είναι η ίδια με τη σχέση που υπάρχει στο σύστημα είδωλο-πιστός. Με τα «Λατρευτικά» ο προβληματισμός του Κοντού κινείται στα όρια της ηθικής και της μεταφυσικής, μέσα από το πρίσμα μιας σύγχρονης εικονολατρίας. Χρησιμοποιώντας σαν πρόσχημα την υποβλητική ενέργεια της θρησκευτικής εικόνας, ο καλλιτέχνης επιχειρεί με πρωτοφανή αμεσότητα και τόλμη την επισήμανση διαφόρων φαινομένων κοινωνικής εκτροπής, με προφανείς αναφορές στον τυφλό φανατισμό και τις θρησκόληπτες αντιλήψεις της βυζαντινής εικονολατρίας. Τα θέματα των «Λατρευτικών» είναι εικόνες νέων δυνάμεων επιβολής, που καθορίζουν τη ζωή και τη δράση μεγάλων κοινωνικών ομάδων, τις οποίες ο καλλιτέχνης επεξεργάζεται με δύο κυρίως τρόπους: Άλλοτε με σκωπτικό τρόπο και πικρό χιούμορ, όπως όταν σχολιάζει τις ποδοσφαιρικές επιτυχίες της εθνικής μας ομάδας στο Γουέμπλεϊ, τα σκοτεινά χρόνια της χούντας («οι πράσινοι», «ο ιππόδρομος», «ποδοσφαιρικές ενδεκάδες», κ.α.) και άλλοτε με έντονη καταγγελτική διάθεση αυστηρής κριτικής, όπως όταν επεξεργάζεται θέματα κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου, με άμεσες αναφορές σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα του τόπου μας («αγρότες-εργάτες-φοιτητές», «τα πόδια», «happy hair», κ.α.).

Πολύ ενδιαφέρον στο σημείο αυτό παρουσιάζει η μαρτυρία του Βασίλη Γέρου, ο οποίος βίωσε δίπλα στον Κοντό όλη τη διαδικασία παραγωγής των «Λατρευτικών», παραμένοντας πολύτιμος φίλος και βοηθός του ως το τέλος.

«Το Μίμη τον γνώρισα το ’74 ως σπουδαστής του στο φροντιστήριο, αλλά πολύ γρήγορα γνωριστήκαμε καλύτερα και μου πρότεινε να γίνω βοηθός του. Δούλευε, τότε, τη σειρά των «Λατρευτικών», παράλληλα με μια άλλη ιδέα που δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, γιατί δεν βρέθηκε ποτέ χορηγός να την υποστηρίξει. Ήταν η ιδέα ενός γιγάντιου «Σούπερ Μάρκετ» τέχνης, η μορφική ανάπτυξη του οποίου θα ακολουθούσε τη δομή και τις προδιαγραφές λειτουργίας ενός πραγματικού εμπορικού σούπερ μάρκετ, δίνοντας έτσι μια άλλη διάσταση στην ιστορία της μαζικής κουλτούρας της ποπ. Ποιος χορηγός, όμως, στην Ελλάδα θα είχε τη διορατικότητα και την τόλμη να επενδύσει τα χρήματά του στην παραγωγή μιας τόσο φιλόδοξης και ριψοκίνδυνης καλλιτεχνικής πρότασης; Μια από τις πολλές επιμέρους ιδέες της πρότασης αυτής ήταν και η σκέψη να ταξινομηθούν και να συσκευασθούν σε κονσέρβες, όλες οι τραγωδίες της ελληνικής γραμματείας, οι οποίες και θα πωλούντο ως «πολλαπλά» προϊόντα καταναλωτικής τέχνης. Εάν ο Μίμης ζούσε στην Αμερική και είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις ιδέες του, σίγουρα η τέχνη θα είχε κερδίσει πολλά».

Στο ίδιο σκεπτικό προώθησης της τέχνης βασίζεται και η ιδέα της κατασκευής ενός περιπτέρου, η μελέτη του οποίου, αν και είχε γίνει σε μικρότερη κλίμακα και με χαμηλότερο κόστος, επίσης δεν πραγματοποιήθηκε. Έτσι, πολλά μεμονωμένα στοιχεία αυτών των προτάσεων, πέρασαν τελικά στα «Λατρευτικά».

Το 1984 ο Μίμης Κοντός εκλέγεται καθηγητής στη νεοσύστατη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετακομίζει μόνος του στη βορειοελλαδική πρωτεύουσα, επιχειρώντας ένα καινούργιο ξεκίνημα. Αποκτά καινούργιους φίλους, διασκεδάζει, ασχολείται με τα χόμπι του, οργανώνει σε νέες βάσεις τη ζωή του. Ο Γιάννης Μίχας που τον επισκέπτεται συχνά, όποτε βρίσκεται εκεί, έχει να θυμάται κάτι μοναδικές βραδιές σε ταβερνούλες, με το Μίμη να κυριαρχεί στις παρέες με το τραγούδι του και παίζοντας με το δικό του απαράμιλλο τρόπο φυσαρμόνικα. Δίπλα του πάντα και ο πολύτιμος συνεργάτης του, ο Βασίλης Γέρος. Στο μεταξύ, ο γάμος του με τη Βούλα είχε ήδη κλονιστεί προ πολλού και η απόσταση μεταξύ τους, επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Συναισθηματικά, άλλωστε, από την πλευρά του Μίμη, ένα νέο πρόσωπο είχε μπει τώρα στη ζωή του. Ήταν η Αντιγόνη Παρούση, μια πολύ νέα κοπέλα, σοβαρή και εσωστρεφής, αλλά με έντονη προσωπικότητα και πολλά ενδιαφέροντα, η οποία και θα παραμείνει δίπλα του ως το τέλος. «Παιδί του Δεσμού» και στενή συνεργάτης της Έπης Πρωτονοταρίου, η Αντιγόνη είχε γνωρίσει το Μίμη στη γκαλερί «Δεσμός» και αργότερα ως μαθήτριά του για ένα διάστημα, στο φροντιστήριο. Ο αυθορμητισμός και το έργο του, οι πρωτοποριακές ιδέες και η πληθωρικότητα της παρουσίας του, γοήτευσαν από την αρχή τη νεαρή φοιτήτρια, επηρεάζοντας τις επιλογές και τον τρόπο της ζωής της. Απέναντι στο Μίμη, η Αντιγόνη αισθανόταν πάντα μια συγκινητική προσήλωση και τον θαύμαζε διακριτικά, τόσο ως καλλιτέχνη και ως δάσκαλο, όσο και ως άνθρωπο.

«Εγώ έχω ζήσει δίπλα στο Μίμη οργανώνοντας αρχεία και κάνοντας ταξινομήσεις. Χαίρομαι που μοιραστήκαμε μαζί κάποιες από τις πρωτογενείς ιδέες και τις ευρηματικές εμπνεύσεις του, έστω και αν τις περισσότερες από αυτές ο Μίμης δεν κατάφερε ποτέ να τις υλοποιήσει. Στη δουλειά του ήταν απόλυτος και πειραματιζόταν συνεχώς. Θυμάμαι, για παράδειγμα, πόσο τον είχε απασχολήσει κάποτε η μεταφορά της γραφής του από το τελάρο στο χώρο, να «φεύγει» δηλαδή από τον τοίχο και να εξελίσσεται ελεύθερη στο δάπεδο, στο πάτωμα, στον περιβάλλοντα χώρο. Είχε κάνει τότε πειράματα με διάφορα υλικά, που θα τον βοηθούσαν στην πραγματοποίηση αυτής της ιδέας, όπως το απλό σπιράλ των τετραδίων ή το σύρμα του μέτρου, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Δοκίμασε, επίσης, το θέμα της γραφής του με λάδι σε μουσαμά, αλλά το αποτέλεσμα, επίσης, δεν τον ικανοποίησε. Μια άλλη απραγματοποίητη ιδέα του Μίμη ήταν το «Σκάκι». Ήθελε να φτιάξει ένα κανονικό σκάκι με μεγάλες μπρούντζινες φιγούρες, τοποθετημένες μονίμως σε ένα τραπέζι, σαν γλυπτό. Υπάρχει μακέτα αυτής της πρότασης και διάφορες δοκιμές για τις φιγούρες σε γύψο. Μακάρι να μπορούσε να υλοποιηθεί κάποτε…. Άγνωστη παραμένει, επίσης, η αγάπη που είχε ο Μίμης για τον Καραγκιόζη, ένα θέμα που τον ενδιέφερε μορφολογικά σα φιγούρα, αλλά και ιδεολογικά σαν τακτική μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αντίληψης. Την εποχή που ήταν καθηγητής στο Πολυτεχνείο, γύρω στο ’70, ο Μίμης είχε γράψει, μάλιστα, και ένα δικό του σενάριο, χρησιμοποιώντας την τακτική των διφορούμενων αστείων και των υπονοούμενων του Καραγκιόζη, για να θίξει διάφορα επίκαιρα τότε ζητήματα. Τέλος, υπάρχει ακόμα μια μεγάλη σειρά από γύψινα περιστέρια που έφτιαχνε κατά καιρούς ο Μίμης, εκδηλώνοντας μια άλλη πλευρά του εαυτού του, πιο τρυφερή και λυρική, την οποία ελάχιστοι μόνο γνωρίζουν».

Το ίδιο άγνωστη παραμένει επίσης για πολλούς η αγάπη του Κοντού για τη λαϊκή τέχνη και τις γνήσιες αξίες της παράδοσης. Το σπίτι που έκτισε ο ίδιος το 1979 στην Παχιά Ράχη της Αίγινας, κοντά σε εκείνο του καλού του φίλου και παλιού συμφοιτητή του Βασίλη Γκρόζα, αποτελεί υπόδειγμα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και προσωπικού ύφους. Ένα σπίτι λιτό και λειτουργικό, απόλυτα εναρμονισμένο με το φυσικό περιβάλλον, που ο Κοντός σχεδίασε με φροντίδα και μεράκι, ζώντας επί έναν ολόκληρο χρόνο στο νησί και συμμετέχοντας ενεργά σε όλη τη διαδικασία της οικοδομής.

Το 1987 ο Μίμης προσβάλλεται από καρκίνο στο νεφρό και εγχειρίζεται στο Memorial της Νέας Υόρκης. Κοντά του βρίσκονται συνεχώς η Βούλα Πριοβόλου και η Αντιγόνη Παρούση.

«Το 1994 ο Κοντός θα παρουσιάσει το «Roman Pictural» στην Αίθουσα Τέχνης «Παρατηρητής» στη Θεσσαλονίκη, ενώ τον επόμενο χρόνο θα συγκεντρώσει και θα παρουσιάσει σε ατομική έκθεση παλιά σχέδιά του, της περιόδου 1958-1963, στη γκαλερί «Μαρία Παπαδοπούλου» στην Αθήνα. Αξίζει, όμως, να σταθούμε λίγο στην τελευταία δουλειά του Μίμη Κοντού, δυο χρόνια πριν πεθάνει: Είναι μια σειρά μεταξοτυπιών (Εκδόσεις Παρατηρητής) που αναφέρονται στη θεματική της Σελήνης, αναδεικνύοντας με μεγάλη ευαισθησία και άκρως ποιητικό τρόπο, όλο τον κύκλο των εξελίξεων και των μεταβολών του φαινομένου, από την εμφάνιση ως τη σκοτεινή εξαφάνισή του.Το 1995 παντρέυεται την Αντιγόνη Παρούση στν Παχειά Ράχη στην Αίγινα.

Είναι άραγε τυχαίο, ότι η πρώτη δουλειά του Κοντού αναφερόταν στα «Σύννεφα που αναλύονται σε βροχή» και η τελευταία, στη «Δύση της Πανσελήνου»; Έτσι έκλεισε ο δημιουργικός κύκλος ενός σημαντικού καλλιτέχνη. Στις 19 Μαΐου 1996 ο Μίμης Κοντός τράβηξε και το τελευταίο φύλλο από το ημερολόγιο της ζωής του και έσβησε το ίδιο φυσικά, όπως ένα φαινόμενο της φύσης, όπως ένα μικρό σύννεφο στον ουρανό που αναλύθηκε σε βροχή.

Ο Δημήτρης Κοντός δε μέτρησε ποτέ την επιτυχία με τον αριθμό των εκθέσεων ή την παραγωγή των έργων που θα άφηνε πίσω του. Εκείνο που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν η γνώση του εαυτού του. Αναζητώντας κανείς το βαθύτερο νόημα της ζωής και της τέχνης του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη, θα κατέληγε επιγραμματικά στη ρήση του Ηρακλείτου: «εδιζησάμην εμεαυτόν». Αυτό ακριβώς έκανε σε όλη τη ζωή του ο Μίμης Κοντός: «έψαξε τον εαυτό του».Στις 19 ΜαΪου Ο Μίμης Κοντός πεθαίνει στην Θεσσαλονίκη σε ηλικία 65 ετών.


1 Κώστας Βάρναλης. «Το φως που καίει» από τη συλλογή «Η Μάνα του Χριστού».

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com