Γλώσσες

«ROMAN PICTURAL». Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΙΜΗ ΓΡΑΦΗ ΕΝΟΣ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

Αυτό που μου αποκάλυψε το «εικαστικό μυθιστόρημα» του Δημήτρη Κοντού, είναι ότι πέρα από όσα μας δίδαξαν οι επιστημονικοί μύθοι για τη γραφή, υπάρχει μια άλλη αλήθεια, πολύ πιο ουσιαστική, που αξίζει τον κόπο να ξαναβρούμε. Αυτή η άλλη, η «μη αναγνώριση», η ορατή και, ταυτόχρονα, απόκρυφη πτυχή της γραφής, δεν είναι τίποτα σπουδαιότερο από την άμεση έκφραση της χειρονομίας· από το χέρι ως μοναδικό και ανεπανάληπτο εργαλείο ανίχνευσης και καταγραφής της ανθρώπινης αίσθησης και εμπειρίας. Νομίζω ότι οποιαδήποτε ανάγνωση αυτής της αποκαλυπτικής αφήγησης που θα επιχειρούσε να επιστρατεύσει την κωδικοποιημένη γνώση πριν από την πολύτιμη συνδρομή της καθαρής αίσθησης, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Αν κατέφυγα σε αυτή την κάπως αφοριστική, ίσως και παράδοξη επισήμανση, είναι γιατί πιστεύω ότι ο μύθος και η βαθύτερη ουσία της αφήγησης του Δημήτρη Κοντού, είναι αυτή η ίδια γραφή στην πιο αυθεντική, την πιο «αρχέτυπη» θα έλεγα μορφή της· η γραφή ως τελετουργική χειρονομία, ως σωματικό βίωμα, ως αίσθηση και ως ρυθμός.

Μια άλλη «παραδοξότητα» που θα τολμούσα να διατυπώσω είναι ότι το «εικαστικό μυθιστόρημα» (roman pictural) με βοήθησε να κατανοήσω μερικές σκέψεις του Roland Barthes που, όταν τις πρωτοδιάβασα πριν αρκετά χρόνια, μου είχαν φανεί πολύ λίγο οικείες. Για το γάλλο σημειολόγο και συγγραφέα, ο χωρισμός των δυο συστημάτων γραφής, ρηματικής και εικαστικής, είναι μια αναγκαία και αναπόφευκτη συνέπεια του δυτικού τρόπου σκέψης που, ωστόσο, δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα έχει αμετάβλητη ισχύ. Η αληθινή ουσία της γραφής –που δε θα πρέπει να αναζητηθεί ούτε στην επικοινωνιακή, αλλά ούτε και στην κοινωνικο-οικονομική λειτουργία της –ίσως στο μέλλον να «αποκαλυφθεί» με τη διαμόρφωση ενός ολικού συστήματος, μιας «ολικής σημειογραφίας», μη αναγνώσιμης, που θα απευθύνεται κυρίως στο μάτι. Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο το ότι ο σκέψεις αυτές διατυπώθηκαν τη δεκαετία του ’70 –κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου για τη ζωγραφική και τη γραφή των σημείων –σε μια περίοδο δηλαδή όπου σημειολόγοι, αλλά και πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί, στράφηκαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον γύρω από τη συγκριτική ανάλυση συστημάτων που διαμόρφωσε η Δύση και οι πολιτισμοί της Ανατολής.

Η σχέση λέξης και εικόνας, η επεξηγηματική ή παραπλανητική λειτουργία του κειμένου (λέξης ή φράσης) σε μια ζωγραφική σύνθεση, η δραστηριοποίηση, το ζωντάνεμα δηλαδή της αφήγησης με τη συμπληρωματική λειτουργία της εικόνας, είναι μία σύμβαση αλληλοστήριξης και αλληλο-υπονόμευσης των δύο συστημάτων γραφής, πολύ γνωστή από την παράδοση. Η τέχνη του 20ου αιώνα, ακολουθώντας την ευρύτερη προοπτική κατάργησης των ορίων ανάμεσα σε τέχνες και πολιτισμούς, επιχείρησε μια συχνά τολμηρή διάσπαση της αυτονομίας του λόγου και εικαστικής έκφρασης. ωστόσο, εκτός από λίγες πράγματι εξαιρέσεις –ανάμεσα σε αυτές θα ανέφερα τα θαυμάσια εικονογραφήματα του Klee ή τα επινοημένα ψευδο-ιδεογράμματα του Masson- και στη μοντέρνα τέχνη, τα δύο αυτά συστήματα γραφής λειτούργησαν, αν όχι αυτόνομα, πάντως σε σχέση υποταγής του ενός προς το άλλο. Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς τα εξαρχής καταδικασμένα επιτεύγματα της αυτοματικής σύνταξης, την αναπόφευκτη κωδικοποίηση της χειρονομιακής τέχνης και την ατελέσφορη προσπάθεια πολλών καλλιτεχνών, να εφαρμόσου τύπους γραφισμού της Ανατολής, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ο δυτικός πολιτισμός απέτυχε στην προσπάθειά του να διαμορφώσει έναν τρόπο γραφής απαλλαγμένο από το λογοκεντρισμό και τη χρησιμοθηρική αντίληψη της επικοινωνίας.

Το «εικαστικό μυθιστόρημα» του Δημήτρη Κοντού, συμπυκνώνει και αποκρυσταλλώνει πολλές από τις αναζητήσεις της τέχνης του 20ου αιώνα, χωρίς, ωστόσο, να εγκλωβίζεται στην ιδεολογία, και προπάντων στις ψευδαισθήσεις μιας δήθεν επαναστατικής και ανατρεπτικής γραφής. Ο πυκνός και ελισσόμενος γραφισμός του, μοιάζει να ανακαλεί μέσα από ένα τελετουργικό ατελείωτων εσωστρεφών μορφοποιήσεων, μνήμες προπολιτιστικών ρυθμικών χαράξεων. Αυτή η άδηλη και, ταυτόχρονα, αποκαλυπτική αναφορά σε μία λανθάνουσα περιοχή της συνείδησης –πριν από τη νοηματοδότηση της γραφής και πριν από την κωδικοποίηση της εικόνας - δεν έχει καμία σχέση με την αυτοματική γραφή – ανύπαρκτη άλλωστε –με τους ψευδοαπλοϊκούς ακροβατισμούς της λεγόμενης «πηγαίας» τέχνης.

Παρά το άστοχο της σύγκρισης, δε θα μπορούσα ακόμη να αποφύγω τη σκέψη ότι ο Henri Michaux, για να επιτύχει τα αρκετά αμφίβολα για μένα αποτελέσματα της δικής του «ολικής γραφής», κατέφυγε στη βεβιασμένη λύση των τεχνητών παραδείσων· στα παραισθησιογόνα και τη μεσκαλίνη. Αντίθετα, ο γραφισμός του «εικαστικού μυθιστορήματος» είναι μια διαδικασία υπέρβασης μέσω του στοχασμού και της γνώσης. Μια oλοκληρωμένη πρόταση αποδέσμευσης από τη δογματική προσήλωση ή τη βεβιασμένη διάθεση ανατροπής κάθε συστήματος γραφής που τείνει να γίνει μόδα ή θεσμός. Το «εικαστικό μυθιστόρημα» δηλώνει όλα όσα μία γραφή, πρέπει να αποκαλύπτει και όχι να κρύβει. Γι’ αυτό θα έλεγα ότι και η ανάγνωση θα πρέπει να γίνεται με τον τρόπο του θεληματικού συγγραφέα· με ένα είδος μέθεξης στις χειρονομιακές κινήσεις και τη βιωματική πορεία του δημιουργού. Με την επαναληπτική, σχεδόν σωματική παρακολούθηση της σπειροειδούς, περιπλεκόμενης γραμμής που μέχρι να φτάσει στην τελική, αινιγματική ανακύκλωσή της, διαρκώς μεταλλάσσεται σε κινούμενες αποικίες μορφών.

Ο χώρος, ρευστός αλλά και συμπαγής –ταυτόχρονα κόλλα χαρτιού και επιφάνεια του καμβά- δεν προϋπάρχει, αλλά ορίζεται από τα επεισόδια, τις εμπλοκές, θα έλεγα, της αφήγησης. Η πλαισίωση ορισμένων μορφικών επεισοδίων σε γεωμετρημένα ευθύγραμμα πλαίσια, δεν έχει ως στόχο την απομόνωση της λεπτομέρειας ή μιας πτυχής της αφηγηματικής ροής, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Τα νοητά «κινούμενα» τεκτονικά πλαίσια, βασίζονται σε μια σύλληψη που μοιάζει με πνευματικό παιχνίδι ή με γρίφο· προβάλλουν τις απειράριθμες εκδοχές και τους εξίσου απειράριθμους συνδυασμούς της ίδιας και αδιαίρετης ουσίας. Ας μου επιτραπεί, μάλιστα, εδώ να αναφερθώ παρενθετικά στις επιτοίχιες κατασκευές των «Παιχνιδιών για Μεγάλους» (1965) που προηγούνται του «εικαστικού μυθιστορήματος» (1967), αλλά στηρίζονται στην ίδια ιδέα. Τα «Παιχνίδια για Μεγάλους» υλοποιούσαν κατασκευαστικά – μέσω των ελεύθερα μετατιθέμενων κύβων πάνω στους οποίους ήταν σχεδιασμένα αποσπάσματα της ίδιας γραφής- μια σύλληψη που άνοιγε πολλούς ορίζοντες σκέψης στον παίκτη-δημιουργό. Ήταν ένα παιχνίδι μύησης στη γεωγραφία και την εθνολογία του εσωτερικού μας κόσμου, που προοριζόταν να κυκλοφορήσει με την ανώδυνη και παραπλανητική ετικέτα της «άσκησης γνώσης και φαντασίας». Ένας περίτεχνος συνδυασμός της μοντέρνας αντίληψης της παραγωγής και τους σειραϊκού αντικειμένου το έργο προοριζόταν να βγει σε πολλαπλά και να διατεθεί στην ευρύτερη καταναλωτική αγορά- με μια διαχρονική αναζήτηση γύρω από τις δυνατότητες αυτού του θαυμαστού και μαγικού παιχνιδιού που είναι η γραφή.

Ωστόσο, το «εικαστικό μυθιστόρημα» είναι μια εκδοχή της εικαστικής αυτής πρότασης με περισσότερο έντονη την προσωπική προβληματική του δημιουργού. Εδώ ο συγγραφέας-καλλιτέχνης ορίζει μιαν εξέλιξη της αφήγησης, μιαν αρχή και ένα «τέλος», που θα έλεγε κανείς ότι λειτουργούσαν ίσα-ίσα για να ενισχύσουν τη διάχυτη αίσθηση ης αμφισημίας που χαρακτηρίζει το έργο αυτό. Το μυθιστόρημα επαναπροσδιορίζει – χωρίς να ορίζει καταληκτικά - τι μπορεί να είναι η συνύπαρξη ρηματικής και εικαστικής γραφής, όταν δεν καταδυναστεύει και δεν «απορροφά» η μια την άλλη. Η αφηγηματική δομή, ελέγχει χωρίς να αναστέλλει τη ροή ενός πυκνού και συστρεφόμενου γραφισμού που δίνει την αίσθηση μιας αέναα κυοφορούμενης εικόνας.

Πιστεύω, ότι οι τελευταίες σελίδες της αφήγησης καταθέτουν την όλη ουσία της κοσμοθεωρίας του Δημήτρη Κοντού για την τέχνη και τη ζωή. Αυτή, εξάλλου, η διαδικασία του τέλους, είναι που γεννά και τα περισσότερα ερωτηματικά. Πρόκειται για μια συμβολική υπόμνηση του πεπερασμένου της δημιουργικής περιπέτειας, για την απλή επινόηση μιας αφηγηματικής κατάληξης ή για την αναμέτρηση του ίδιου του καλλιτέχνη με το «βαθμό μηδέν» της γραφής· με την πρόκληση του απόλυτου στόχου που είναι η λευκή επιφάνεια του χαρτιού; Άραγε η κατάληξη είναι η άδεια επιφάνεια που απειλητικά μεγαλώνει η ο προσανατολισμός της αφήγησης σε μια πορεία, σε ένα όρια αυτο-ανάλωσης; Τι νόημα μπορεί να έχει το «τέλος» ή η αρχή σε ένα έργο που ζωντανεύει και, μάλιστα, με τρόπο τόσο αποκαλυπτικό, την πανάρχαια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη ρηματική και τη ζωγραφική γραφή;

Άφησα τελευταία την εκδοχή ή μάλλον το συλλογισμό που ίσως θα ταίριαζε καλύτερα στις προθέσεις του ίδιου του δημιουργού. Λέω ίσως, γιατί δεν είμαι σίγουρη και γιατί αυτή ακριβώς η έλλειψη της «πενιχρής σαφήνειας» είναι που δίνει τη διάσταση του aperto, του διαχρονικά ανανεώσιμου έργου, του ερμηνευτικά ανοικτού. Η διαδικασία του τέλους υπαγορεύεται από την ίδια την πλοκή, το ύφος και ας μου επιτραπεί η λέξη, το ήθος της γραφής. Από μια βαθιά, σχεδόν μοιρολατρικά βιωμένη αίσθηση της οικονομίας, του μέτρου που πρέπει να διέπει κάθε περιπέτεια αυθεντικά δημιουργική. Η φαινομενικά φθίνούσα πορεία δεν είναι η συρρίκνωση, αλλά η συμπύκνωση της αφήγησης σε μια υποδειγματική μορφή αυτάρκειας που μοιάζει να τα περιέχει όλα. Το τέλος αυτής της πρωτεϊκής αφήγησης είναι ένα σημείο από όπου τα πάντα μπορούν να ξαναρχίσουν.

Με την επίγνωση του κινδύνου που μπορεί να περιέχει κάθε είδους συνειρμική φιλολογική αναφορά, μπαίνω στον πειρασμό να πω ότι το «εικαστικό μυθιστόρημα» ανακαλεί στη μνήμη μου την κατάκτηση ή μάλλον τον ευτυχή εξαγνισμό δυο ηρώων του Flaubert, των «Bouvard και Pecuchet». Μετά από μια αδιέξοδη και εφιαλτική περιπέτεια αντιγραφικής επανάληψης όλης της ταξινομημένης «σοφίας» και «γνώσης» του ανθρώπινου πολιτισμού, ανακαλύπτουν την απόλαυση, τη σχεδόν αισθησιακή χαρά της απλής χειρονομίας της γραφής, την τελετουργία της χάραξης και των ρυθμικών κινήσεων πάνω σε μια λευκή κόλλα χαρτιού. Όμως πιστεύω ότι για να φτάσει κανείς ως εκεί, πρέπει να γνωρίζει πολλά και να απορρίψει ακόμη περισσότερα.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ετούτο: ότι το μυθιστόρημα του Δημήτρη Κοντού δεν αφηγείται, αλλά εξερευνά αυτές ακριβώς τις πτυχές της γραφής που θα πρέπει να ανακαλύψουμε. Το περιθώριο της γραφής· εκεί όπου η αίσθηση, ο ρυθμός, η επιθυμία και η χειρονομιακή περιπέτεια χαράσσονται ως «ίχνη» της ίδιας και αδιαίρετης ουσίας.

Νίκη Λοϊζίδη
Νοέμβριος 1991

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com