Γλώσσες

TABULAE INSCRIPTAE ΚΑΙ Η ΜΟΡΦH ΤΟΥ ΝΟHΜΑΤΟΣ

Η πρώτη εικόνα του «roman pictural» του Δ. Κοντού, που έχω, δεν είναι εκείνη του «βιβλίου», αλλά μιας σειράς οκτώ μακρόστενων πινάκων αναρτημένων ο ένας κάτω από τον άλλο σε έναν λευκό τοίχο. Ο κάθε πίνακας περιείχε δεκαέξι πινακίδια με διάφορα σχέδια –τις μακέτες των σελίδων του βιβλίου και του εξώφυλλου. Το πρώτο ερώτημα αφορά τις σχέσεις συνέχειας και ασυνέχειας μεταξύ αυτών των πινακιδίων, σχέσεις οι οποίες νομιμοποιούν την ομαδοποίησή τους. Το δεύτερο ερώτημα είναι κάτω από ποιες συνθήκες τα εκατόν είκοσι αυτά πινακίδια σελιδοποιημένα, συρραμμένα και με εξώφυλλο, μπορούν να συγκροτούν ένα βιβλίο, να συνιστούν τη ροή μιας αφήγησης. Η διατύπωση, όμως, αυτών των δύο ερωτημάτων προϋποθέτει ότι έχει απαντηθεί ένα τρίτο, θεμελιωδέστερο: Τι είναι αυτό που επιτρέπει στον Κοντό να χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο «roman» ή, από την πλευρά του «αναγνώστη», τι είναι εκείνο που τον κάνει να θεωρεί ότι κρατά στα χέρια του ένα «roman»;

Θα με απασχολήσει κυρίως το πρόβλημα του «αναγνώστη» και λιγότερο του Κοντού. Θα απαντήσω στο ερώτημα, γιατί θεωρώ ότι τα εκατόν είκοσι οκτώ πινακίδια αποτελούν σελίδες ενός βιβλίου και ότι τα σχέδια συνιστούν την αφήγηση, το «roman», και όχι έναν τόμο, μια συλλογή, με τίτλο λ.χ. Δ. Κοντός, Σχέδια.

Ωστόσο, οφείλω να δηλώσω ότι η απάντησή μου προϋποθέτει δύο πολύ κοινότοπες παραδοχές: Η πρώτη συνίσταται στη γνωστή άποψη περί πολυσημίας των λέξεων. Η ίδια η λέξη «σχέδιο», λ.χ., σημαίνει άλλο πράγμα για κάποιον, ο οποίος συζητάει με κάποιον αρχιτέκτονα την προοπτική – μονοσήμαντη λέξη; - να χτίσει κάποιο σπίτι, από ό,τι σημαίνει για κάποιον ο οποίος συμμετέχει σε μια δημοπρασία σχεδίων του Picasso και ότι η πολυσημία αυτή δεν αίρεται από τα συμφραζόμενα. Η δεύτερη παραδοχή συνίσταται σε μια αντίληψη συνέργειας της ανάμνησης και της αναγνώρισης, όσον αφορά την απόδοση νοήματος σε ένα αντικείμενο, σε ένα σύμβολο, κ.ο.κ.1

Η διαπλοκή, όμως, μεταξύ ανάμνησης και αναγνώρισης δημιουργεί ένα πρόβλημα: Όπως παρατηρεί και ο Wittgenstein 2, «αν ζωγραφίσω μια α-νόητη καμπύλη (καλικαντζούρες) και αργότερα ζωγραφίσω μιαν άλλη που να της μοιάζει, δεν θα μπορείτε να τις ξεχωρίσετε. Αν σχεδιάσω, όμως, αυτό το ιδιόμορφο πράγμα που ονομάζω πρόσωπο και ύστερα σχεδιάσω ένα λίγο διαφορετικό, θα επισημάνετε αμέσως ότι υπάρχει κάποια διαφορά».

Προϋπόθεση, συνεπώς, της απόδοσης του χαρακτηριστικού του «roman» στις «καλικαντζούρες» του Κοντού, θα ήταν σε πρώτη φάση, κατά τον Wittgenstein, να τις ξεχωρίσουμε, να τις διακρίνουμε. Τι είναι, όμως, αυτές οι «καλικαντζούρες»; Είναι γραμμές, είναι, όπως λέει και ο Kandinsky, «τα ίχνη των σημείων σε κίνηση, τα προϊόντα τους» 3. Και τα σημεία τι είναι; «Το σημείο είναι η τελική και μοναδική ένωση του λόγου και της σιωπής [...]. Στη ρευστότητα της γλώσσα, το σημείο είναι το σύμβολο της διακοπής, του Μη-όντος (αρνητικό στοιχείο) και, συγχρόνως, είναι η γέφυρα από ένα Ον σε ένα άλλο (θετικό στοιχείο) 4. Το ερώτημα, το οποίο οφείλω να απαντήσω είναι, αν οι γραμμές που χαράζει ο Κοντός διαγράφουν κάποια όντα, «μετουσιώνονται», όπως θα έλεγε ο Foucault 5 ή, διατρέχοντας τον κίνδυνο να υποπέσω στον παραλογισμό της λήψεως του ζητουμένου, αν ο Kandinsky δεν έχει δίκιο, ποιο σύμπαν συγκροτεί ο Κοντός με τα όντα που σχεδιάζει;

Ο Nelson Goodman, στο Ways of Worldmaking 6, περιγράφει μερικές από τις διεργασίες, οι οποίες εμπλέκονται στη δημιουργία των κόσμων: σύνθεση και από-σύνθεση, έμφαση, ταξινόμηση, διαγραφή και συμπλήρωση, παραμόρφωση. Το ερώτημα δεν είναι τόσο αν διαπιστώνονται οι διεργασίες αυτές στο «roman pictural», αλλά αν νομιμοποιείται να τις επικαλείται κάποιος για ένα σύμπαν στο οποίο δεν υπάρχουν λέξεις, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί η αλήθεια των συγκροτουμένων και
συγκροτουσών προτάσεων. Ο ίδιος, όμως, ο Goodman δηλώνει ότι τα σύμπαντα δε συγκροτούνται μόνο με προτάσεις δομημένες με ακρίβεια και επιστημονική αυστηρότητα. Μια μεταφορά μπορεί να είναι αληθής, ενώ μια κυριολεξία ψευδής. Εξάλλου, εικόνες όπως αυτές του Mondrian, λ.χ., δε λένε τίποτε, δεν αναφέρονται σε τίποτε, δεν είναι αληθείς ή ψευδείς, αλλά δείχνουν πολλά 7. Ωστόσο, τόσο οι εικόνες του Mondrian, όσο και οι εικόνες του Κοντού, αποτελούν λειτουργίες του αναφέρεσθαι, της
αναφοράς σε κάτι έξω από αυτές. Έτσι, ισχύει και για αυτές ό,τι ισχύει και για τις προτάσεις που δομούν μια επιστημονική θεωρία; Κρίνονται βάσει της ορθότητάς τους, της λειτουργικότητάς τους ή, όπως λέει ο Gombrich, της λειτουργίας τους 8 και όχι της αλήθειάς τους.

Μήπως, όμως, ο Κοντός δε συγκροτεί κάποιο σύμπαν, τα όντα του οποίου καλούμαι να διακρίνω και να γνωρίσω, αλλά απλώς περιγράφει, αναπαριστά, απεικονίζει –και δε θα υπεισέλθω στις αναλυτικές διακρίσεις που σαφώς υπάρχουν μεταξύ αυτών των όρων- κάποιο άλλο σύμπαν, τους κατοίκους του οποίου θα εντοπίσω με την ανάμνηση και την αναγνώριση; Μήπως τα ίχνη που τοποθετεί στο χαρτί με οδηγούν να ανιχνεύσω –με ποια, άραγε, σημασία της λέξης- τη δική του ιστορία και να συγκροτήσω τη δική μου;

Γ. Παπαγούνος

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com