Γλώσσες

«ΤΗΝ ΚΡΕIΤΤΩ ΤΑ ΣΥΓΓΡAΜΜΑΤΑ ΔΕIΞΕΙ»

Η ως άνω περιγραφή παγίδευσε κάποτε το βλέμμα μου και με ώθησε να προσέξω περισσότερο μια γκραβούρα που παρατηρούσα στη National Gallery of Art της Washington D.C. Η γκραβούρα αυτή παριστάνει έναν άνδρα συγγράφοντα με πένα και μελανοδοχείο μπροστά σε ένα αναλόγιο, στο δε πρώτο πλάνο της εικόνας απεικονίζονται διάφορα συγγράμματα. Ένα σύγγραμμα είναι ανοικτό και νομίζω ότι μπορώ να διαβάζω τα γράμματα του κειμένου στις δυο σελίδες, έστω και αν ο τόμος εμφανίζεται ανάποδα στον παρατηρητή. Εκτός από την ελληνική επιγραφή, διαβάζω άνετα την εξής λατινική επιγραφή: Imago Erasmi Roterodami ab Alberto Durero ad vivam effigiem deliniata. MDXXVI. Η υπόνοια ότι επρόκειτο για ένα έργο του Durer επιβεβαιώνεται από το γραπτό λόγο. Αυτή την εικόνα του Έρασμου από το Ρότερνταμ την ιχνογράφησε το 1526 ο Durer. Και μάλιστα ο Έρασμος ποζάρισε στον Durer. Τα λατινικά μας περιγράφουν τα πρόσωπα και τη δράση τους, τα ελληνικά την ευχή και την επιθυμία. Η απεικόνιση, το εικαστικό, συναντάει εδώ το λεκτικό και δια των εγγραφών και συγγραμμάτων νοηματοδοτεί την όλη σκηνή.

Μια άλλη συνάντηση, κάποια χρόνια αργότερα, αξιοποίησε τα συναισθήματα που είχα παρατηρώντας την γκραβούρα του Durer: ο Γάλλος ποιητής M. Butor στο δοκίμιό του Les mots dans la peinture 1, μελετάει το ρόλο και τη σημασία του γραπτού λόγου για τη «δυτική» ζωγραφική. Από τον τίτλο ενός πίνακα, μέχρι τις ενσωματωμένες εγγραφές, και από την αξιοποίηση της αισθητικής αξίας των γραμμάτων, μέχρι τη δημιουργία καινούργιων γραφικών συμβόλων μόνο για το αισθητικό τους αποτέλεσμα, ο ζωγράφος επικοινωνεί με τα γλωσσικά σημεία και προτείνει στο θεατή νοήματα, ιδέες αλλά και αισθητικές προτάσεις.

Μια απρόσμενη επιβεβαίωση της «σημασίας» των γλωσσικών σημείων στη ζωγραφική, προήλθε από την κλινική μου ενασχόληση: η περίπτωση της Σουσάνας, η ιστορία σε τρεις νότες, δημοσιευμένη το 1980 2, στηρίζεται στην ιστορία ζωής μιας μουσικολόγου, που προσπάθησε να αναγνωρίσει την ταυτότητα του μουσικού, στον ομώνυμο πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Το κλειδί του αινίγματος, κατά τη Σουσάνα, βρισκότανε στις «πληροφορίες» της παρτιτούρα που κρατάει στο αριστερό του χέρι ο
νεαρός μουσικός. Έτσι αποδεικνύεται πως ο μουσικός κώδικας, πιστά ζωγραφισμένος στην παρτιτούρα από το Ντα Βίντσι, δεν απεικονίζει μόνου, ούτε καν διακοσμεί, αλλά πληροφορεί

Την ακραία συνάντηση μεταξύ ζωγραφικής και γλώσσας, την ανακάλυψα στις εικαστικές και, συγχρόνως, γλωσσικές –λογικές προτάσεις του René Magritte. Στον πίνακα Ceci n’est pas une pipe και στο Les Deux mystères ή ακόμα στο La clef des songes. Η ιστορία όλης της ανθρωπότητας μέσα σε μερικούς πίνακες. Και ακόμη η ιστορία της γλώσσας και η δημιουργία της γραφής. Τέλος, ο διάλογος του Δημιουργού με το Φιλόσοφο. Το σχετικό δοκίμιο του Michel Foucault 3, καταξιώνει το την-κρείττω-τα-συγγράμματα-δείξει εκείνης της άλλης συνάντησης.Όταν εδώ και καιρό είχα διαβάσει τη δήλωση του Picasso: «Moi, je ne cherche pas, je trouve» -«Εγώ δεν ψάχνω, βρίσκω»-, το ορθολογικό πνεύμα του επιστήμονα είχε αντιδράσει μέσα μου. Πώς αυτό θα μπορούσε να βρει μια «εφαρμογή» στο χώρο του λόγου και της γραφής; Χρόνια μελέτες και έρευνες για τη γλώσσα, είτε με τις νευροψυχολογικές μεθόδους, είτε με το ψυχαναλυτικό προβληματισμό, με είχαν μάθε πως μόνο στις μεγάλες ιστορικές διάρκειες η ανθρωπότητα δημιουργούσε «καινούργια» αντικείμενα του λόγου.

Επίσης, πως η ατομική περιπέτεια κάθε ανθρώπου για την κατάκτηση των εργαλείων της γλώσσας, προφορικής και γραπτής, σημαδεύεται από κόπο και οδύνη γιατί, στο κάτω-κάτω, αυτή είναι η υπέρτατη πράξη ανεξαρτησίας από τον Άλλο. Και, τέλος, πως αυτή η ανεξαρτησία έχει νόημα μόνο ως δράση μέσα στην κοινωνία. Όλες οι ιδιωτικές γλώσσες για τον «ειδικό» είναι αφασία και σχιζοφασία, αγραφία και σχιζογραφία, νεολογισμός και δυσλεξία. Τότε είναι που υπέπεσε στην αντίληψή μου το «roman pictural» του Δημήτρη Κοντού.

Το «σύγγραμμα» αυτό με το γαλλικό τίτλο και το όνομα του «συγγραφέα» με λατινικούς χαρακτήρες ως μόνα γραφήματα, είναι μια απεικονιστική μυθιστορία, είναι ένα καθαρά εικαστικό αντικείμενο που λειτουργεί ως βιβλίο, ενώ τα ιχνογραφήματα δρουν σαν γλώσσα. Σε αντίθεση, όμως, με τις περιπτώσεις που αναφέρω πιο πάνω ή ακόμη και σε αντιπαράθεση με τα σημεία της νεογλώσσας που ο Kandinsky «εφευρίσκει» στο Succession -1935-, όπου πάντα η μορφή του γραφικού σημείου είναι αναγνωρίσιμη, η «γραφή» του Δημήτρη Κοντού απέχει από τη φόρμα του σημείου και κατακρατεί τη γραφική κίνηση. Και ιδού που η γνώση του «ειδικού» έρχεται αρωγός στη χρήση αυτού του ανοίκειου αντικειμένου. Ξεφυλλίζοντας επανειλημμένα τις σελίδες του «roman pictural», διαπιστώνουμε πως όλο και καινούργια «νοήματα» αναδύονται από τις σελίδες του. Και, επιπλέον, τα «νοήματα» αυτά λειτουργούν σε αλληλουχίες, φτιάχνουν ένα ή και πολλά story. Τα πεδία του Roman λειτουργούν σαν τα προβολικά τεστ της ψυχολογίας, είναι δηλαδή αρκετά υπαινικτικά, ώστε να κατευθύνουν τη σκέψη και τη φαντασία του «αναγνώστη» και, συγχρόνως, είναι αρκούντως ασαφή, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ο ελεύθερος συνειρμός και η φαντασίωση. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο βρίσκουμε στην κυκλική κίνηση του ιχνογραφήματος. Είναι γνωστό σε όλους όσους έχουν παρατηρήσει παιδιά να χαράσσουν τις πρώτες δράσεις τους πάνω σε μια επιφάνεια με ένα μολύβι, πως κίνησή τους είναι μια κυκλική επαναλαμβανόμενη πράξη. Κάτι σα μια πρωτο-γραφή. Η ανάμνηση αυτής της πρώτης κίνησης επιβιώνει μέσα σε κάθε απόπειρα γραφής και ανάγνωσης, γι’ αυτό εάν το αντικείμενο-βιβλίο προκαλεί συναισθήματα ανοίκειου, λόγω της απουσίας κειμένου, τα ιχνογραφήματα μας είναι οικεία και γεμάτα αναμνήσεις. Ο Δημήτρης Κοντός δεν κάνει μια αρχαιολογία της γραφής, αλλά δημιουργεί μια καινούργια οντολογία της πράξης της γραφής. Δεν αναζητά, αλλά βρίσκει.

Πρόσφατα και μέσα από την ερευνητική μου περιέργεια, παρουσίασα το «roman pictural» σε μια ομάδα φοιτητών, ζητώντας τους να αντιδράσουν στο χειρισμό αυτού του αντικειμένου, χωρίς να τους δώσω κάποια πληροφορία. Οι απαντήσεις τους δικαίωσαν τις πιο πάνω σκέψεις μου. Πολλούς τους ξένισε, αλλά το χειρίστηκαν με ελευθερία, πότε πάνω-κάτω, πότε το ξεφύλλισαν γρήγορα, πότε το κοιτάζανε αργά· μερικοί το πέρασαν για ψυχολογικό τεστ, αλλά όλοι προσπάθησαν να φτιάξουν μια ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Τα ιχνογραφήματα είναι ανθρωπάκια ή ομάδες ανθρώπων, αλλά ακόμα και οι μουντζούρες, έχουν συναισθήματα, χαράς και λύπης, έντασης και εκτόνωσης. Μια Μαρία είπε: «Αυτοσχεδίαζε ο άνθρωπος και το φχαριστιόταν».

Το «roman pictural», αυτή η απεικονιστική μυθιστορία δημιουργήθηκε από το Δημήτρη Κοντό για τη δική μας τέρψη και δημιουργική απελευθέρωση..

Θανάσης Τζαβάρας,
Νοέμβριος 1991

dimitrisplagiannis.com hiscoremusic.com handmadesounds.com